Παρασκευή, 31 Δεκεμβρίου 2010

Συν ένα...

Στην αγκαλιά της θάλασσας,
της χρονοθάλασσας που κολυμπούμε,
της θάλασσας δακρύων που εξιστορούμε,
το βιβλίο που πέφτει στο κέντρο της γης,
όταν τρέμουν τα χέρια κι η φωνή,
όταν τα φώτα τρεμοπαίζουν,
στο νούμερο σύν ένα που προστίθεται,
συν μια αλήθεια πλην μια άλλη,
στη ζυγαριά που ποτέ δε σταματά,
στέκομαι μπροστά.
Άκουσες ή δεν ακούς το χτύπο?
Σκαρφαλωμένη πάνω σ'ένα σωρό αγάλματα,
ανθρώπων πράξεις από κόκκινο πηλό,
σε μια ακτή, τόσο μακριά, τόσο κοντά,
πόλη παράκτια με απαστράπτον κάλλος,
όσο κι αν ψάχνω δε βρίσκω το δικό μου,
λες ταυτότητα καμιά..
Πόδια φτερά μου, δεν πατάω πουθενά,
τη ρίζα μου την κουβαλώ στην αγκαλιά μου
Ο χρόνος τρέχει, τρέχουν οι αδερφοφίλες και ξοπίσω εγώ
Τα τελευταία δάκρυα πάνω σου θα χυθούν ξανά,
στην άκρη της ακρογιαλιάς,
δίπλα στο δέντρο που βουτάει στο νερό
τα καταπράσινα κλαδιά του,
κάτω απ'τον ήλιο, ηλιοκράτορα,
μύρια κομμάτια χρώμα και φως και παραπονεμένη αγάπη,
αυτό το Ένα που τη θέση του αναπολεί..

Τετάρτη, 22 Δεκεμβρίου 2010

rendez vous...

Τόσο καθαρά που κυλάει ο χρόνος
κλάσματα δέλτα νιοστά
ο φόβος αφανίζεται όταν στο ίδιο σημείο κοιτάζεις,
τα μάτια όλα στραμμένα στο στόχο της μέρας
Της στιγμής το ολέθριο πλάτωμα
οι ανάσες μπερδεύονται χωρίς πανικό
Το μάγουλο σου κρατούσα, στο χάδι,
στην άκρη από τα χείλη κυλά το πρώτο σου δάκρυ
Ανεπακόλουθη μνήμη,
ο άνεμος με πέταξε τώρα εδώ
να μη μπορώ μακριά σου.

Ταξίδεψα στον κόσμο δίχως μάτια,
τυχοδιώκτης, δίχως πόδια, μόνο τέσσερα χέρια ζευγάρια.
Ο έρωτας. Τι τέρας καταπληκτικό..
Δυό θώρακες παλεύουν την ανατολή
και κάθε δύση νικιέται από αδειανά στομάχια...

Τρίτη, 21 Δεκεμβρίου 2010

ακρωτήριο

Έμαθα να μιλώ με τη γλώσσα δεμένη,
και δεμένα τα χέρια,
να φωνάζω με το σώμα
με τα αυτιά να κοιτάζω
όσα αόρατα βαίνουνε μέσα και εμπρός
με τα μάτια να ακούω ύστερους ψιθύρους,
με το στόμα να αγγίζω τις αόρατες λέξεις,
γεύσεις κινδύνων,
ένα αγρό υπάρξεων διασχίζοντας
πολυτελή ευρήματα και όνειρα,
μια θάλασσα αγάπης και λαθών
στη μονάδα του κατατειθέμενος χρόνου
διάρκεια ζωής παραμένουσας κλειστής
όπως ένας θαλάσσιος κοχλίας σιωπής.

Στο ταξίδι του θανάτου έχω δει ποιόν σύντροφο θα΄χω...

Πέμπτη, 9 Δεκεμβρίου 2010

σπασμένο φλυτζάνι

Διακοπτόμενες ηλιαχτίδες
όπως περνά το φως στο τσακισμένο κορμί
Ανατριχά η κεφαλή κι η ραχοκοκαλιά
Σκορπίζεται η μέρα στις ρωγμές
Γυαλίζουν και θερμαίνονται οι ενώσεις
Μπροστά στο μάταιο βιτρό του κόσμου
μια ανάσα ακίνητος ζητάς,
Φτωχό παιδί θα διαγωνιστείς στις αντοχές
Πλησιάζουν οι γιορτές σπαραχτικά
Στολίδια κρέμονται στην πόρτα,
Χάσκει από πίσω το μεγάλο πουθενά,
Στόμα αδηφάγο έμαθα, βάθη άπατα και λάθη
τοίχοι άδειοι, μάταιοι αγώνες και καρδιά νεκρή
Είναι το πίσω ή μήπως το μπροστά..
Δεν ανοίγω, θηκαρώνω, Να καείς.

Πέμπτη, 18 Νοεμβρίου 2010

κλειδί


Καταμεσής της κολασμένης μέρας
το λογισμό ξεκούρδισα μ' ένα μεγάλο κλειδί
Xύθηκε η σκέψη ζερβά, δεξιά σαν καταιγίδα
Εσκυψα για να αφουγκραστώ βαθιά
από το στήθος, τσαλακωμένη τη φωνή
Κι εκεί μου έστηναν παγίδα
Το πανωφόρι μου έβγαλα να δω πού αδειάζουν οι καημοί,
ζεστός ο Βόσπορος κυλούσε στ' άπορα πλευρά μου
κι απ'έξω γδάρτης άνεμος φυσούσε
Ο χρόνος ξεθωριάζει, ωχρειά σαν το πανί,
λιωμένο ρούχο μιας αγάπης
Τον είδα μοναχό να χάνεται και να ξεχνά
Κάθε στιγμή πηδάει ένα σκαλί, φτάνει ψηλά
στ'ουρανού τη γαλάζια φωταύγεια
Η φύση απάντηση δεν έδωσε καμιά
εξόν πως μες του δέντρου τον κορμό
κατακάθονται τα γέλια και τα κλάματα ενός,
σαπίζοντας, φτιάχνοντας δαχτυλίδια
Κι αυτός που στ' όνειρο έχει παγιδευτεί,
μένει ακόμα εκεί, θρηνεί το θύμα
ενόσω απέξω τριγυρίζουν φτερωτοί,
φίλοι - εχθροί, στον άνεμο πρόσωπα ίδια,
απελπισμένοι να θηρεύουν αποφάγια...

Τετάρτη, 17 Νοεμβρίου 2010

"..και μυρσίνη συ δοξαστική..."

Μάτι δεν έκλεισα όλη νύχτα
Στο προσκεφάλι μου τιτίβιζε το πουλί
το άτυχο που εσταυρώθηκε εις την κερκόπορτά τους
Με δέος γέρνουν οι βλαστοί μπροστά
στη θέα του αίματος, πιοτό ακριβό
επί της γης οπού ριζώνουν
Κάμαν το χρέος τους οι ουρανοί
Μόνο η ελευθερία πάχυνε
Στρογγυλοκάθεται διπλή
προδομένη και τυφλή

Παρασκευή, 12 Νοεμβρίου 2010

φωτογραφία παλιά




Παζάρια όλα τώρα μοιάζουνε, γελοία, ατιμωτικά
Τι να χωράει στο δικό σου το πακέτο;
Την ομορφιά μου είχα, τώρα απέχω
Άφησέ με στα ακούνητα αγέλαστα αμίλητα
Που μ'αγαπούσε..Πού πήγε;Μη ρωτάς
Γυάλινο βλέμμα στο κενό
Που ήταν όλα απλωμένα μαγικά.Μη ζητάς
Χειμώνες καλοκαίρια, όλα μετρούσαν καλοκαίρια
Έλαμπε το ακρογυάλι δίχως άμμο,
Ζεστός ο βράχος στο μπλε οπού βουτούσα
Θάμπωνε ο φακός της μηχανής από το φως
Πάνω μου δε στεγνώνανε του νερού οι δρόμοι
Το στόμα έκαιε η αλμύρα
Κεφάλι αχτένιστο ή βρεγμένο
Δάχτυλα μουλιασμένα από αφές μικρού παιδιού
Ποιός να τα έζησε αυτά εχθές; Εγώ;
Που φλόγιζε τα μάγουλα ο ήλιος
Που έβλεπαν τα μάτια όσα δε βλέπει ο θνητός
Που όρμαε ο ανθός, το μυρωδάτο φύλλο απ΄τα ρουθούνια
και τρελλαινόταν ο φτωχός
Βελόνι που κεντάς βαθιά χαμούς και δάκρυα
Βροχή που με διαπερνάς, σβήσε τα δίχτυα
Τερματίσαν οι ανεπίστροφές
Πάρε με μακριά

Κυριακή, 7 Νοεμβρίου 2010

του αλλου κόσμου

Κλειδώθηκε στα μάτια ο αποχαιρετισμός
κορμί ελπίδας μαυροφορεμένης
Στα στήθη άπλωνε ο στεναγμός,
μεγάλωνε, βύζαινε λησμονιά αγιασμένη
Όλο ρωτούσες τι να γράψεις,
τι να γράψεις για το άδειασμα
Όσο ρωτούσες, τόσο γνώριζε μακριά σου
τη φύση που σκορπίζονταν κοντά στην ερημιά της
Άραγε τι να έμενε ίδιο μέχρι το τέλος
η μοιρα που σας όριζε μαζί βάρυνε με το χρόνο
το γράμμα αλάργευε, έφτανε αργοπορημένο
Κι ήταν ο κόσμος όλος πράσινος, γιομάτος κρίνα,
ας ήτανε ευωδιά δικιά σου αντί για κείνα
Όλο ρωτούσες τι να γράψεις,
τι να γράψεις για το άνθισμα
Τα κόκκαλα γνωρίζουν την αλήθεια,
Στεκει εκεί παράμερα και σε κοιτάζει,
σφραγισμένο στόμα που μιλιά δε βγάζεις,
καπνό μονάχα από τα στήθια
Κι ο κεραυνός ζυγώνει να σ'αρπάξει
Όπου ακουμπήσει με το θάνατο χαράζει τ'όνομά του
σκίζει τον ουρανό με το αποτύπωμα του
Μια κρύα νύχτα βροχερή Κείνος θα κλέψει τη ζωή...

Τετάρτη, 27 Οκτωβρίου 2010

ΤΝΤ


Σε ποιό μεταίχμιο βρίσκομαι
και κρέμεται από πάνω μου ολάκερος ο ουρανός αιμοδιψής;
Να σου πω ποιόν θα τσακίσω πρώτα:
εμένα
Πεθαμένος περνά ο φέρελπις
καθώς το αλυσοπρίονο κανονίζει την κοιλιά μου...

Κυριακή, 24 Οκτωβρίου 2010

Δίψα


Βουλιάζουν τα μάτια σε σκοτεινιασμένη θάλασσα,
να διψώ κάθε δύση με μια δίψα ακούραστη
μ' ένα μόνιμο συναγερμό στο κεφάλι και στα πόδια
πείσμα αναλλοίωτο, του ανεκπλήρωτου ο ίσκιος
Τα σταφύλια της μνήμης, κομμάτια αιχμηρά οδύνης,
τα μηνίγγια τρυπούν,
μα τα τζάμια κλειστά, σφραγισμένα τα παράθυρα
Παίρνω την τελευταία φόρα, τελευταία φορά τώρα
η παράσταση στον αυτόχειρα ανήκει
Καταρρέουν οι τοίχοι στης ανάσας το βάρος
στου ονείρου το θάλος, η φωνή που περνά τα όρια του νου
και ο κήπος απλώνεται μπροστά μου ξανά
λεπτά πέταλα ανθού ξεδιπλώνονται....

Δευτέρα, 11 Οκτωβρίου 2010

πείνα

Του έραψαν τα χείλη,

κι ούτε που μιλά, ούτε κοιτά

μα η θάλασσα από το μπαλκόνι την ασχήμια λυγάει,

πορφυρό το δείλι κι ο δρόμος καμπυλώνει

Ανέβα κόκκινη χορδή, κατέβα ελευθερωτής αέρας

εσύ που με το δείκτη σου ανιχνεύεις την ορμή,

στο αθέατο ανάλογα τα σώματα τρυπάς

κι εκείνα επιδίδονται στις επιθυμητές ταχύτητες,

εσύ που φυγαδεύεις τη θέα όσο την παλάμη του ακλόνητος ανοίγει

με μια απάθεια άγνωστης λύπης

κι ο δρόμος καταπίνει τα διάφανα σκορπίσματα που αδειάζει

τη μνήμη που κοροϊδευτικά γελά, τον ξεγελά

γιατί οι πληγές δεν πάνε πουθενά,

μονάχα συνορεύουν στις χαρές, να το θυμάσαι…

"snow leopard"

Τετάρτη, 6 Οκτωβρίου 2010

το υψηλότερο σχέδιο



Στα σκοτάδια πορεύομαι με την κοιλιά τουμπανιασμένη χρόνο άχρονο
Η εδική μου πείνα μοιάζει με θρέψη διαρκείας
Στο χέρι μου κρέμεται κουρελιασμένο,
στάζουν τα σάλια μου πάνω στο φύλλο πορείας
κι αστράφτουνε οι τόποι και τα σήμαντρα
μα οι δρόμοι χάνονται
Μικρά φωτάκια που συλλέγονται πίσω ξανά με υδραργυρικές δυνάμεις
εξαντλημένα του ανθρώπινου χρόνου και ορισμού
εξαντλημένα του ανθρώπινου κορεσμού και της ιδιοτέλειας
Αντιλαλούν τα βήματα σου πάνω στο βράχο που σιμά μου ορθώνεται
Περνάς ξυστά μου και πάλι ξεμακραίνεις.......

στη Veda

Πέμπτη, 23 Σεπτεμβρίου 2010

από χώμα..

Ακούστηκε ένας ήχος από κάτι που άδειαζε
κι ο Μόνος το μόνο που είχε πάνω του πια ήταν μια ελπίδα
που χωρούσε σε ένα απειροελάχιστο σώμα
δίχως πόδια δίχως χέρια δίχως μάτια δίχως καρδιά
Μόνο ένας κόκκος του στο Χέρι να επιστρέψει,
εκεί απ΄όπου κάποτε ο μικροσκοπικός γλύστρησε των Δαχτύλων,
για να τριφτεί τη μοναξιά με τους ομοίους
για να γιγαντωθεί γευόμενος τη σπίθα
και να θανατωθεί για τ' όνειρο που έμεινε μετέωρο
Αυτός ο κόκκος στο ταξίδι της επιστροφής
θα είναι αρκετός όλο το Νέο Κόσμο να γνωρίσει...

Δευτέρα, 20 Σεπτεμβρίου 2010

Fidele liberatum

Fidele liberatum, όπως η αλυσίδα που τους κρίκους της τρίζει
και καθηλώνει τον κρεμάμενο σε ένα μοναδικό τοπίο του πνιγμού
Δυο κόκκοι άμμου την πυριτία τους ανάβουν το δειλινό που αποσβαίνει εν βρασμώ
Τυφλοί ψηλαφίζουν, συγκινημένοι, ο ένας τον άλλο κι απομακρύνονται.
Ο ορίζοντας αδειάζει τα σύννεφα, η θάλασσα για εκτόνωση τη ζέστη αχνίζει
Η παραλία σου γέμισε δράκους με βλέμμα μελαγχολικό.
Αργόσυρτοι, σωπαίνοντας, αναμοχλεύουν τη φωτιά στα σπλάχνα τους ωσότου αναγεννηθεί
Οποία απόφαση σαν έρμα χώνεψης κακής ανεβοκατεβαίνει,
Μα αν δεν πετάξουν θα κολυμπήσουν
και αν δεν κολυμπήσουν θα βυθιστούν στην κινούμενη άμμο...

"FEAR no more the heat o' the sun,
Nor the furious winter's rages;
Thou thy worldly task hast done,
Home art gone, and ta'en thy wages:
Golden lads and girls all must,
As chimney-sweepers, come to dust.

Fear no more the frown o' the great,
Thou art past the tyrant's stroke;
Care no more to clothe and eat;
To thee the reed is as the oak:
The sceptre, learning, physic, must
All follow this, and come to dust.

Fear no more the lightning-flash,
Nor the all-dreaded thunder-stone;
Fear not slander, censure rash;
Thou hast finish'd joy and moan:
All lovers young, all lovers must
Consign to thee, and come to dust.

No exorciser harm thee!
Nor no witchcraft charm thee!
Ghost unlaid forbear thee!
Nothing ill come near thee!
Quiet consummation have;
And renowned be thy grave!"

William Shakespeare

Δευτέρα, 6 Σεπτεμβρίου 2010

εφ1403


Εμείς τα κτήνη που κουβαλάμε το φορτίο και ζούμε την πτώση
Παραδόσου στην απειλή που έχει κολλήσει αόρατη στους τοίχους,
που κρέμεται σαρκάζοντας απ΄το ταβάνι να μην αντισταθείς
Σε παρακολουθεί ξαπλωμένη να ερευνάς στα σκοτεινά
στο στρώμα πότε να απλώνεις, πότε να ζαρώνεις
Λεπτό σεντόνι που φοράς στο πρόσωπό σου
και γελά όταν σε νοιώθει, το φόβο σου να προκαλείς να έρθει να ξαπλώσει
'Ωσπου τον άνεμο ξεσπά, λυπήσου με να χαρείς
Αυτός ευθύς σε τραβάει μαζί του
Θα ταν ο χρόνος άλλος θαρρείς
όμως εκεί στη φιδωτή σου σκάλα τρέχεις να ξεφύγεις
κι αυτή μακρυμαλλούσα ψεύτρα σε παρηγορεί πως δήθεν θα σωθείς
Της έβαλα με μια φωνή φωτιά στα σπλάχνα κι έτρεξα,
φωτιά στο αδιάντροπο της στόμα
είδα τις φλόγες να τη γλείφουν
στο μαξιλάρι μου έκλαιγα
Δίπλα στο προσκεφάλι μου καθότανε πολεμιστης σε πορφυρό χρυσό ένδυμα..

Τετάρτη, 11 Αυγούστου 2010

καραβάκι

το καραβάκι σχίζει την αυγή τα σιωπηλά νερά
κάθε μια μέρα τρίζει και βοά στα πέλαγα ως πέρα
Ηχώ λευκή που απλώνεται, στα μάτια θάμπος,
λεπτός ατμός στο μονοπάτι του ήλιου
Αδειάζω μέσα στο νερό το πιο βαρύ του σώματος,
κατρακυλά το πιο αχρηστευμένο,
μέχρι εκεί που έδιωξε ο ουρανός αποβραδύς
όσα κουράστηκε να'χει μαζί του αστέρια
κι έγινε ο βυθός ένας ουράνιος θόλος υγρός.-

Σάββατο, 31 Ιουλίου 2010

φονικό



τα δικά μου τα κόκαλα μούλιασαν ήδη

....................................................................

Για το αγέρι να 'χεις
τα μάτια ορθάνοιχτα
όσο θα μπαίνει, όσο σε τρυπά
τόσο να διώχνει της ψυχής το φόβο
Το λιόγερμα την έστειλα
μια τελευταία στάλα ελπίδα
στο Ζάλογγο να κατεβεί
Ελπίδα σπαραγμένη
Έπινε ο ουρανός κόκκινο φως της δύσης
κι εκείνη κρέμαγε το αχνό, το αραχνοϋφαντο μαντήλι στο γκρεμό
Το γύπα της περίμενε
ελπίδα μου χαμένη.

Τετάρτη, 21 Ιουλίου 2010

το γιατρικό

Σήμερα πάλι κοκκινίζεις τον ήλιο μέχρι την απόλυτη πυρά του
Από τα μάτια μου έσβησαν τα χρώματα του νερού και του δρόμου
Χάθηκε η νομοτέλεια της μετεώρισης
Προτού ανατιναχτεί πάνω απ΄τα κεφάλια μας,
βιαστικά τον βυθίζεις στην απατηλή επιφάνεια
κι εγώ σε καταπίνω αχόρταγα όπως ο ουρανός εκείνον
Κι εσύ, ακρωτηριάζεις τη δεύτερη δαιμονισμένη μου γλώσσα,
την ήττα που γλύφει τα σημάδια μου με οξύ
Κατρακυλάς ορμητικός και πυρπολείς τη φαύλα μέρα μου
που στο τελείωμά της σα νυχτερίδα ράθυμη, παχιά
κρέμεται απ΄το λωβό μου ανάποδα
Με το σταυρό της καρδιάς σου στην καρδιά με καρφώνεις και με σώνεις

Τρίτη, 6 Ιουλίου 2010

καλοκαίριο

Καίει από κάτω η γη τα πόδια
με τη σκέψη της αναμονής
Ένα "περίμενε" ιδρώτας που γλυστρά στη ραχοκοκαλιά
κι ένα "ως πότε" τρίζει τα δόντια
Ο σπόρος ο μικρός, βλαστός να αντριωθεί
να εκτιναχθεί η ώρα, να σε φτάσει
Κρυστάλλινη η δίψα του καλοκαιριού
κι εγώ κόρη διάφανη βουλές να μου μετράς
Γιγάντια αντάμωσα τη λύσσα μου
Ωραία που φυσάει άνεμος
Ζηλεύω το φτερό ταξιδευτή
Το σπάγγο λύσε μου.

Τρίτη, 22 Ιουνίου 2010

η πλεχτάνη της άνοιξης


Βαμμένη κόκκινη η διανομή μου
διαμελισμός εκπορευόμενος ανίατων τραυμάτων
Το ακούς και αίφνης ανασηκώνεσαι απηυδυσμένος
Γέννημα θρέμμα του κόσμου όπως εσύ είμαι
Μόνο στο Ένα μου πίσω στο χρόνο υπάρχω ακόμα σαν παιδί που κυβερνά η άγνοιά του
ο νόμος των ασωμάτων που βυζαίνει από τη μητρα
Του δόλου δίχτυα εγώ ουδέποτε είδα
ούτε κατάλαβα πόσο επιδέξια τυλίζονταν αόρατα ολόγυρά μου
μια ματαιότητα, μια τρύπια χαρά κι ο θίασος τους
10 παγίδες που έπεφταν εμπρός μου
10 τα λάθη που με πνιγαν
η αλήθεια μ'άφησε με μια καμπούρα πλάτη
και μ'ότι περισώθηκε σακάτικο διαμελισμένο
μια πλημμυρίδα απόσταγμα στο στόμα κάθε τόσο να ξεβράζει
κι όταν κοπάζει η συμφορά μια άμπωτη το καταπίνει να γεμιζει τα στήθια
Κάτω στην άκρη του γυαλού με γυάλιζε το κύμα
βότσαλο μιας χαμένης Ατλαντίδας
ώσπου ένα χέρι φρόντισε να κάνει δοκιμή απόστασης στη θάλασσα να με πετάξει
Μα εσένα δε σ'αλλάζω με κανέναν
για όσες ζωές κι αν έρθουν για όσες φύγουν
όσο κι αν ο αέρας τα κομμάτια μας θα αναστατώνει
κι ο χρόνος άλλο τόσο αν μας χωρίσει ή μας ενώσει
η Αρχή πάντοτε Μία ήταν και Ενα το Πέρας..

Δευτέρα, 7 Ιουνίου 2010

του κόσμου τα οράματα


γλυστρά απροσδόκητα το δάκρυ,
τρέχει ξοπίσω τους
οι οπτασίες π' έφυγαν στο παρελθόν τους
σκορπάει μέσα στην παλάμη
και τι να δώσει πια εξόν από μια υγρασία ανόητη και μάταιη
λιοπύρι έξω και ξερό ψωμί
ξερό το στόμα απτην προσδοκία
μια φυλακή το σώμα απέλπιδη και στείρα
το όνειρο χλωμό αιωρείται
αυτό το δάκρυ που θα μείνει αθάνατο

Δευτέρα, 31 Μαΐου 2010

απνοια


Γίνονται δια στιγμής παρελθόν
ως να φυσά ανεξεύρετος άνεμος αοράτων
με οσμή ρετσινιού
οι ανακαλυφθέντες κόσμοι
π' έξαφνα φωτίζονται εμπρός μου και σβήνουν
Αλλά ξέχασα τότε υπήρξα εκτός
Εντός, όλοι σωριαζόμαστε κάτω
Οι ανάσες παύουν μέχρι να γίνει φως- άχνα δια παντός
Ο ουρανός κάθε επόμενη νύχτα σφιχταγκαλιαζει τα δέντρα
Στενευουν τα περάσματα σ' απόσταση ασφυκτική
Το αίμα να αναλάβει διαφυγή
πευκοβελόνες μου ανυπόμονες
οι φλέβες μου ως σιδηρόδρομοι αρκούν
κι όλα τα άλογα αφρισμένα τρέχουν στην καρδιά
Του πόθου οι δρόμοι φτερουγίζουν στα πόδια
και η κοπή τα χέρια τρυπά
Όλα μες στο κεφάλι εκρήγνυνται
η δράση πια ανεβαίνει σ' επίπεδο θανάτου
Ποια θάλασσα άνεμε αποστόμωσες ποιά δαση;

Τετάρτη, 26 Μαΐου 2010

διαολοπαίγνιο


Μωβ άνθη η ειρωνεία στο τζάμι της άνοιξης
Περνούν οι κύκλοι με μένα να τελώ
σε αναμονή και αναβρασμό
Τον υπερβάλοντα ζήλο ν'αναβοσβήνει
καμινέτο ανεκπαίδευτο
Αναξιότητα, ανυπακοή,
Του κόσμου πάλι έφτασε το τέλος, του χρόνου το βέλος,
Το πρόσωπό μου ακουμπώ
στης μέγιστης εκπαίδευσης τη σφραγισμένη πόρτα
Αθόρυβοι σχεδόν δουλεύουν πίσω της οι εκλεκτοί
Ξεροσταλιάζω για μια κρυστάλλινη απύθμενη βύθιση
κι ένα ανάλαφρο άφτερο πέταγμα..

Τρίτη, 25 Μαΐου 2010

ου φονεύσεις το δέντρο_1

Φυλάει ο καιρός την πληρωμή
Γλυκιά εκδίκηση, συμφωνία πικρή
Παχαίνει η ασημένια σφαίρα όσο μαζεύει τις κακοτοπιές
Αλαφιασμένος ο αυτουργός μέσα στον ύπνο του τινάζεται,
Ώρα που οι φυλλωσιές στις στάλες παραδίνονται της άνοιξης
Πού κρύβεται ο κυνηγός σου;
Μέσα του κλαίει το χώμα για το τύπωμά σου και θρηνεί
Σε πήρε κάποτε η ριπή, τώρα στο στήθος του ληστή καρφώνεται,
Φτωχός κι αξιοθρήνητος, φτωχότερος του σκοτωμένου δέντρου,
Απέλπιδος ο λυτρωμός του.-

Παρασκευή, 30 Απριλίου 2010

πουλιά


Μέρα που το μυαλό τους έπνιγε του κόσμου η αιθάλη
τότε το αηδόνι αρρώστησε
κι ο βασιλιάς καυτό μες τις παλαμες το έκλεισε
-Σιωπή κι αν πέθανες
κι αν έζησες Σιωπή
Από τον ουρανό, τη γη μέχρι τη θάλασσα πώς να μετράς
με ραγισμένη τη ματιά με έμαθες
κι ολόγυρα Σιωπή.
Στη φυλακή και στα κλουβια μικρή βραχνή μου αγαπη
πρώτα αέρα έπινες κι έφτυνες των αχών μαγεία
Το βασιλιά σου πιο πολύ από τον καθρεφτη του αγαπάς
Φτωχή κατάντια έλα σπάσε μου το τζάμι
κι αν θέλεις φύγε
τι αξία να εχουν άλλωστε δυο αφωνα μικρα φτερά
μια μηχανή δίχως γρανάζια, δίχως να κουρδίζει
Φτωχό κι αδέκαστο αν υπήρξες
εγώ ήμουν άσημος θαμπός διπλά
ο έρημος σου αυτοκράτορας
μια μοναξιά γι ανταλλαγή με τα σκουπίδια-
Καταλαβαίνει το πουλί
το τζάμι σπάει με το κεφάλι
και μπήγεται ως βαθιά μες τα γυαλιά από την καρδιά του βασιλιά
Σιγή θανατου αν έδωσες
Σιγή θανατου επήρες

Τρίτη, 27 Απριλίου 2010

flee



στην αγκαλιά σου άναβε κι έσβηνε σαν ηλεκτροστόπ
καυτή του σπλάχνου σου η ελπίδα στο μέγα ανεπίστρεπτο ταξίδι
Λευκή πανωραία στο αραχνοϋφαντο μακρύ σου φόρεμα
σε κυνηγούν μαύροι κοστουμαρισμένοι υάκινθοι και κρίνοι
Παράθυρα σε διαδρόμους τρέχοντας μετράς
το τελευταίο ανοιχτό για να ξεφύγεις
Πάνω σου έχεις ένα άγγιγμα ανέλπιστης τύχης
κι η άκρη από το φόρεμα τελευταία γλυστρά στων δαχτύλων τους το άτυχο κράτημα
Το ύφασμα κολλάει στο δέρμα σου βαρύ
Ψιλόβροχο με λάσπη λεπτή
σε πτήση χαμηλή καθώς απογειώνεσαι
μαζί απογειώνεται και η χαρά της πρόσκαιρης φυγής
Στ΄όνειρο δεν εξουθενώνεται η ελπίδα,
Δρόμοι βρεγμένοι κι απελπισμένες γάτες, τραυματισμένες τίγρεις
που σου ζητούνε καταφύγιο και αγκαλιά παρηγοριά
Πετάς μα πώς να πετάξεις ψηλά αφού με τα ουράνια θολά δάκρυά Του σε τυλίγει;

Δευτέρα, 19 Απριλίου 2010

ο γλάρος

όταν έρχεσαι σε όνειρο το μολύβι αγκιστρώνεται των δαχτύλων
κιτρινισμένα γραπτά κι ένα παιδί που μελετούσε από νωρίς το εδώ γύρω
με μια βαθιά φωνή στο σκυμμένο κεφάλι να υπαγορεύει
από παλιά πολεμούσα την ασταμάτητη της σκέψης ροή
μα το ποτάμι κυλά πάντα στο πλάι ενώσο εσύ προχωράς ασυναίσθητα στην όχθη
τα είχες γράψει όλα σωστά και ο έπαινος κραταιός
όσα μπορούσες να μάθεις αφού ο Δάσκαλος θα πετούσε γι αλλού
τα ύψη του αιθέρα του νερού τ'απόκοσμα βάθη
και πώς ν'αψηφάς τον ομφαλό της γης

Παρασκευή, 9 Απριλίου 2010

on trouvait la verite


































Mόλις κάποιος φτύνει λέξεις που μου καίνε το πρόσωπο
το χρυσάφι διαμελίζεται και τα όνειρα πέφτουν αίφνης νεκρά
Τα παιχνίδια μου κρύβονται κατρακυλώντας μέσα στα χόρτα,
χάνονται σε τρύπες στο χώμα
Στα μηνίγγια αρχίζει να στάζει νοσταλγία πικραμύγδαλο
Το απόσταγμα ανεβάζει αλλοιωμένες εικόνες
Ένας άνεμος αεικίνητος μετακινεί άπαντα
γυρωφέρνοντας καλοκαίρια τυφλωμένα στο φως
Μια αδέξια της άνοιξης βροχή με ανασταίνει
με τον ήλιο που κράταγα καθώς έβγαινα τη σκάλα
στην εξοχή των παιδικών μου αιώνων
πίνοντας υπέρ πληγών το αντίδοτο
καμωμένο από γέλια και φωνές
τα δικά μου κι εκείνων που από μνήμης δε στέγνωσαν
Ένα ακόμα έμεινε να υπάρχει, ένα να λάμπει εντός
γέλιο από εικόνα αστραπή
πέρασε φυλλώματα σ'ανοιχτό οροπέδιο
και στάλες λάμπους θάλασσας απάτων
Κράτα με πάνω σου όσο γεννιούνται όνειρα χρυσά
σκύβεις πάνω μου στολίζοντάς με ίσκιο
Περνάς το χέρι σου θεόρατος λευκός, ίδιος ανείπωτος άνεμος
πού να είσαι τώρα; Εκεί..
Δυο βήματα πριν με το δείκτη να δονείται
πλησιάζω, όλο νομίζω, κι όμως παύει
Ένα πέταγμα να με χωρίζει από τη γη της Επαγγελίας..

Πέμπτη, 8 Απριλίου 2010

στάχτες στα βήματα..

αλυσίδες

" DEN YPARXOUN KYKLOI STH ZWH. EMEIS TOUS VLEPOUME KYKLOUS.
H BROXH AGKALIAZEI THN KARDIA. ME THORYBO ALHSMONHTO GKREMIZEI TO TELEYTAIO THS OXYRO
DE THA KSANADEI TH FLOGA POTE
ZEI S'ENA KARVOUNIASMENO DWMATIO
THA PERIMENEI EKEI to TELEYTAIO SINIALO APODHMHSHS.
s agapaw - sygxwrese me "

Σάββατο, 3 Απριλίου 2010

Μεγαλειωδώς...

Πόσα εύφλεκτα στήθη μετράς για καμμένα
Πόσα ελπιδοφόρα νομίζοντας πρωτύτερα πέρασαν μπροστά σου 'εάν'
Επισφαλής κάτω από το υπόστεγό σου δήθεν αφλεγής, αφελής
Τη συνείδησή σου στους καπνούς τους έπνιξες, αδαής
Το ανύποπτο στήθος σου προς τα μέσα ρουφά μεγαλειωδώς
τις λεπτόπνευστες στάχτες και σκύβει εμπρός
Στα πνευμόνια χωνεύουν, τα ρουθούνια σου ασθμαίνουν
ως γυρνάει σαν οίστρος της μέρας η δακρύβρεχτη κάθε στιγμή
Από την καρδιά σου αρχινάς βαθμιαία να γερνάς μοναχός
Πάνω σε ποιά πλάτη γλυκιά να κλαις τη συνείδηση στάχτη

Παρασκευή, 2 Απριλίου 2010

Επιτάφιος

Νύχτα βαθιά απόκοσμη
στην ερημιά κορμοί ασπρισμένοι φέγγουν από κυπαρίσια
μέσα από τα κλαδιά τους το θάνατο αποδέχονται πουλιά
με φωνές στριγγλές που συνοδεύουν τους ψαλμούς
τα μύρα λούζουν τους νεκρούς
οι Παραστάτες με κεριά μοιρολογούν γύρω απ'τον Τάφο
Σ'όλα τα πλάτη σκοτεινιά αστέρια φώτα αμυδρά
Μεγάλης Παρασκευής μυσταγωγία
στ'ανάντι περιμένει η Ανάσταση, η Γέννηση
σφραγίδα ζωής θανάτου
κύκλος που αποτυπώνεται στα σπλάχνα μας
λίγο προτού ενσαρκωθούμε

Πάσχα


Γνώριμες μέρες του Σταυρού
"Σήμερον κρεμάται επί ξύλου..."
Πίσω - μπροστά στο κοσμολόγιο
τα άστρα εσφαλμένα ποτέ δεν προσμετρούν
Το Γολγοθά ντύνεται η φύση, το χαμό κάθε φορά 
Σφαγεία κοκκινίζουν μές τα μάτια του αμνού
Μίσχοι ανθών χύνουνε θάνατο
Η λιτανεία των κεριών μοιάζει με ήττα πάνω από το Σώμα το άφαντο
Ολάκερη η μοναξιά των ουρανών μαζί Του.-

Κυριακή, 28 Μαρτίου 2010

αυγή

Έξω απ'του κήτους το σώμα
περιχαρής βρεγμένος σταγόνες αχανούς ωκεανού
το άδειο δισάκι μου στον ώμο
και κουρελής ξυπόλυτος
χορταίνω ήλιο για το δρόμο
η αλμύρα πάνω στα χείλη μου κρυστάλλιασε
κι ο χρόνος τον καμβά του χάραξε
Μα όσα βλαστάρια κορφολογήθηκαν
εδώ στο δρόμο των ονείρων φως τυλίχτηκαν
κι ελπίδα
αυτό που είναι το χρέος μου να κάνω..

Πέμπτη, 18 Μαρτίου 2010

μετα_νοώ


λυγμός ανδρώθηκες στα μέγα βάθη μου Ιωνά
απ΄το κεφάλι ως την ουρά
τρεις μέρες και τρεις νύχτες σκαρφαλώνεις
το κλάμα που δεν άκουσε κανείς
μα έσφιξε στα σωθικά κόμπο που έδεσες της προσευχής
έβγα λοιπόν να ζήσεις ξανά
τώρα που ο ήλιος χύνεται χρυσός
κι από τα δάκρυα με τυφλώνει
κόπασε η καταιγίδα.-

Κυριακή, 14 Μαρτίου 2010

κόμιστρα

i've come in despair

έτσι που κατρακυλάει στη λεωφόρο
η βροχή που απ΄τα πρόσωπα κρεμάστηκε πρώτα
μ'ένα κρύο χέρι έρχεται όλο το βράδυ
κρατάει το χέρι μου που γυροφέρνει τη θέση που χάσκει πάνω στο σώμα

Παρασκευή, 12 Μαρτίου 2010

έρωτας


κι ως ψηλαφίζεις ασυναίσθητα,
εκεί που κάποτε υπήρξε,
με το δάχτυλο,
ρίχνεις το βάρος σου ολόκληρο στο πλάι απ' τον κρόταφο,
λες καρφωμένος στο λευκό τον τοίχο,
λιώνεις μακριά στον ελαιώνα τον κατάφορο
κι ελευθερώνεσαι μικρό κι ασήμαντο φτερό
στην πρόβλεψη της φύσης,
στη σοφία απ΄το δικό σου άγνωστο
παρακαλάς να γαντζωθείς στην πασχαλιά,
στην αγκαλιά με όλα της τ'αγκάθια να πνιγείς...

Πέμπτη, 11 Μαρτίου 2010

Φτερό..


Παραλήπτης: ο νοών..

Εχω αντιληφθεί τη σημασία της σιωπής
Εγώ αρέσκομαι στη σιωπή - τη δύναμή μου ξοδεύω σε αμετροέπεια
Εσύ αρέσκεσαι στην αλήθεια - ποτέ δεν την υπηρέτησες όσο θα ήθελες
Μιας κι έριξες τον αξιωματικό σου στο βυθό να μαζέψει αγκαθωτά κοράλια του πόνου,
για να διερευνήσεις τις δυνατότητές του,
θα σου δοθεί η εκπληκτική ευκαιρία να μονομαχήσεις για τις 8 αρετές εντός ολίγων ημερών με το δράκο μου - Προετοιμάσου
Ο νικητής θα ανανήψει τον αξιωματικό με την ανάσα του.-

Τετάρτη, 10 Μαρτίου 2010

Αέρας


Μην το κοιτάς αυτό που με κερνάς
Την έχω ταξιδέψει
Στο τίποτά μου Δράκε σώθηκαν οι χυμοί
Τόλμα κλειστά τα μάτια
Πάγο στην κλείδα πιάνεις
Στο στήθος πέφτεις μια για πάντα μέσ' την τρύπα..

σφιγμένο περίνεο

Μορφή νερού κελαρυστή
από τα χέρια σου γλυστρά
και περιπαιχτική στο χώμα πέφτει
άμμος από γυαλί
Εκεί στα δάχτυλα μικρή πληγή
όση ποτέ δεν έλαβες
Τι να περιφρουρήσεις-
Aγάπη σκορπίσου..
Από τη φλέβα μου θανατηφόρο ότι πιεις
ότι- αν - είπες φοβήσου...

Δευτέρα, 8 Μαρτίου 2010

τε_θλιμμένο


Του κάκου πάλι να περνάς απ'το στενό
Ζάλη του μέγα ρίγους
Να κροταλίζουν δόντια, νύχια αρπαχτικά μπροστά σου ν' ακονίζουν
Η Σκύλα και η Χάρυβδη, η Νέα Εποχή φορτώνουν λάβαρα νεκρών
στολίδια λείψανα ανθρώπινα, σκουπίδια εύγλωττα
και τις ψυχές αθώων αιχμαλωτίζουν
Κέντα βελόνα μου θηλιά μονάχη να πνιγώ προτού με πνίξουν...

Κυριακή, 14 Φεβρουαρίου 2010

αναρθρες κραυγές του είμαι. 1

η εκδρομή.
η ξανθούλα δίπλα μου δε μιλούσε. ήθελε να ονειροπολήσει με τον εαυτό της κι εγώ τη ζάλιζα με φλυαρίες θαυμασμού.
τα τοπία από το παράθυρο του πούλμαν θολά εκτός από τους μεγαλειώδεις κόκκινους γκρεμούς ολόγυρα βουνών με τους ασπριδερούς μικρούς βράχους - από ένα τέτοιον έπεσε πετώντας μια λεπτή γυναικεία σιλουέτα που κρατούσε ένα λευκό πανί στο χέρι.
Πάνω στο σταυροδρόμι τα 1-2 σπίτια ήταν με στέγες χαμηλά. Τα τζάμια είχαν μουσκέψει και οι δρόμοι γυάλιζαν από τη βροχή. Καθρέφτιζαν πάνω τους τη δύση του ήλιου, χρώματα μελιά και μωβ, σούρουπο.
Δεν είχα τι να κάνω όταν φτάσαμε και βγήκα.
Μπροστά σε ένα πανύψηλο αριστοκρατικό οικο εμπορίας κοσμημάτων. κοντοστάθηκα στην αριστερή βιτρίνα με τα λεπτοκαμωμένα χρυσογάλαζα κοσμήματα και μέσα μου διαπραγματευόμουνα τιμές αγοράς. Η ξανθούλα χαζευε αμίλητη λες και μπορούσε να τα αγοράσει.
Στο παραδοσιακό μεζεδοπωλείο με τα σκαλοπάτια και τα εξωτερικά ημιεπίπεδα είδα που θα έβαζαν τα τραπέζια της ομύγηρης.
Ο Γκαρσία εκεί με τα κοντοκουρεμένα ξανθά μαλλιά και το ροδοκόκκινο πρόσωπο κρατούσε ένα κίτρινο φωσφορίζον στυλό στιλέτο επιδεικνύοντας πώς έπρεπε να το πετάς για να καρφώνει στον τοίχο ενώ μου εξιστορούσε συνάμα την ομορφιά του τόπου του. Η ξανθούλα παρατηρούσε τον αδερφό της δίχως λέξη στο στόμα ως συνηθως...
-Γρανάδα? Ανδαλουσία?

Παρασκευή, 5 Φεβρουαρίου 2010

λαβύρινθος -20ο πάτωμα


Tελειωμένος- καθώς ο πόνος ορμάει αταξινόμητος
Tο κορμί στο σαράκι της μέρας γλυστρά
στη φρουρά, στο θώρακα μιας αυλής πεθαμένης
Η ψυχή σα φωτιά που δε προφταίνει προς τα έξω να λάμψει
Διώκεσαι φτωχό κουρελιασμένο μου χιτώνιο
Τη νύχτα που ξεσπούν οι ουρανοί και το φωνάζεις
Τη νύχτα που ο σπόρος πνίγεται με το νερό
άλλο ένα όνειρο γεννιέται νεκρό
κι ο Ίσκιος μου χτυπιέται με τον αποτελειωμένο χρόνο
Καταναλώνει το οργανικό περίβλημα μου ως την ύστατη οπή
"γίνε μία φορά η γυνή που αγάπησαν"
Απόμεινα μια ματαιότητα του εαυτού μου που σε απορεί
για ποιά αντοχή, σε ποιά ηδονή να σου δοθώ
που την αλήθεια στάζω και σβήνω ο θνητός
Δυό λέξεις ρημαγμένες στα νωτιαία μου βουρκιάζουν
κι από μακριά τα γαλανά πατζούρια σου χτυπούν διψασμένα
κι η σκάλα κατεβαίνει ορμητική
Πάτωμα εικοστό εντεκάτη εντολή: "Μην εγκαταλείψεις μηδέ εγκαταλειφθείς"
Σκαλίζω στο στομάχι μου ένα λάκκο να κρυφτώ
τα ρούχα όλου του κόσμου πυρωμένα
κι εγώ εξανεμίστηκα ασθμαίνοντας μια μισερή κουβέντα του άλλου κόσμου..

"Ο νους, διότι τρέχει παντού".

Τετάρτη, 3 Φεβρουαρίου 2010

λιοπύρι


Το μόνο αίμα που κυλά το μέσα της παλάμης μου εμποτίζει,
το πίσω του χιτώνα των ματιών
Μετά τα τύμπανα διάψευσης του γέγονα
Χαμένος έγινα και ήπια τη σιωπή, λυτρωτικό της δίψας μου φάρμακο
Χαρτογραφώ τα εντοπία παύοντας αίφνης να τους κοιτώ
2 σπίθες έμειναν στο διάβα μου και 2 φωνές να με κρατούν
κενό να μη διαπράττω.-

Πέμπτη, 28 Ιανουαρίου 2010

Κάιν

Έρχεται από μακριά
'Οπως η αστραφτερή εικόνα στο αργόστροφο μυαλό μου
Όπως οι δρόμοι
Όσο στενεύουν οι δρόμοι τόσο ενώνονται
στους δύο που στο τέλος απομένουν
Ο ένας σε ομίχλη σκοτεινή με την απώλεια και το ψεύδος
κι ο άλλος μέχρι το μεδούλι χειμώνας βαρύς
Μα εγώ, το ταπεινό σκουλήκι, διάλεξα κι ελπίζω.-

Κυριακή, 24 Ιανουαρίου 2010

Σάλιος Νόμος

"Ένα λουλούδι κείτεται στο πράσινο λιβάδι, δίπλα σε άλλα που κρυβουν μπουμπουκια στον μισχο τους...πρόλαβε και άνθισε μες το χειμώνα και τώρα μαραίνεται απ'του χρόνου την απώλεια...στο ψυχος και στη σκοτεινιά άνθιζε ολημερίς, πάνω στο κρύο χώμα όπου νεκρή γη, ξεψυχισμένη, περίμενε του ουρανού το δάκρυ...
τώρα που έαρ ευωδιάζει παντού διάλεξε να ξεπλύνει το χρώμα του στην άγια γη και να ενωθεί με την αιώνια επιλογή...εκεί που κατοικούν κρίνοι πολλοί, δεν άφησαν να ριζώσει, να απαλύνει την ψυχή, να γίνει δέντρο πολυετές, να καρπωθεί την ηδονή...
όταν η εικόνα σε τοπίο μέθης μετατραπεί, εκείνο θα βρει την ώρα να αφανιστεί..."

Ωκεάνια Μοναξιά
----------------------------------------------------------------------------------------------

Tην ανηφόρα ανεβαίνω μετ'όπισθεν
Μέσα μου ανατινάζεται η πρότερη στιγμή
Λάκκο στον κορμό μου σκαβει η αφορμή
θ'αφήσω να τον τυλίξουν τα μακριά της δάχτυλα
όσο να τον πνίξουν ή να τον καψουν σ΄ολοκαύτωμα προτού τον πετάξουν στο βυθό ξανά
Αδειάζει πάνω στην ψυχή μου ζοφερή,
χυμάει στο πρόσωπό μου η ερημιά
Ποτέ δεν τελειώνει. Η θάλασσα.
ούτε κι η προδοσία να ξεχειλίζει παύει
Από το αγκίστρι του θανάτου κληροδοτείται η αναιμία
Θα πάω δίχως αίμα. ένας κορμός στεγνός
στα τοπία που τη μπόρεση ζέσταιναν
και μαζί τους έλιωσε ο άνθρωπος σαν το κερί
όχι απ'αγάπη μα απτο μαράζι που σαν αδράχτι τον τρυπούσε
Χρόνια ολόκληρα μετά, ανεξίτηλα χρόνια,
μ'έστελναν να μαζεύω το πεταμένο λουλούδι μου από το βυθό
μα στον αφρό τώρα τ'ορκίζομαι ποτέ να μην ξαναγυρισω.-

Παρασκευή, 8 Ιανουαρίου 2010

εορτολόγιο

Έχει φυτρώσει η αλήθεια σ'ένα υπόγειο βαθύ σκιασμένο,
προστατευμένο από νόμους και καιρούς
όπως εκείνα που έσκυβα από το φεγγίτη τους να δω
μεσα από το σκοτάδι τι αναβλύζουν
όταν σκυφτός διαβάτης, θολωμένος ουρανός,
περιπλανιόμουν σε άδεια πεζοδρόμια άσκοπα
μακριά από ανταμώματα άδοξα
με του ματιού μου το λευκό χαμηλωμένο,
το μπορετό μου καταγής
Γύρω μου δαίμονες στυγνοί
πολιορκούσαν της καρδιάς το ρόδακα
μα εγώ κρατιόμουνα κουλουριασμένος να φυλάω στα στήθια το αιμα
με τη βασανισμένη μου οικουμένη να κυλω
και το λαρύγγι μου κανάλι άδειο, αμίλητο, στεγνό,
ο διψασμένος σ'ένα έγκατο της γης,
μικρός, πικρός και απεχθής που ελπίζει για βοήθεια.
........
Θανατηφόρα του αοράτου τα περιπλανώμενα πυρά,
πυρά που πόνο εξαπέλυσες με το άγγιγμά σου,
φρενήρης καλπασμός το εντός μου ράγισες και πέρασες
του έρωτα μου ο κεραυνός

Κυριακή, 3 Ιανουαρίου 2010

η συγκέντρωση


Καθώς ο χρόνος γυρνά τραγικά στο σκοτάδι
με την πυξίδα να δείχνει στο ναδιρ του βορά
κρουσταλλιασμένη η φλέβα σου ξυπνά από εφιάλτη
Κι όσο φαγώνεσαι μέσα σου λύκος πεινασμένος
μαζεύουν πρόσωπα και μνήμες οι στιγμές
αδειάζει το ποτήρι όπου πρωτόπιες λες
κι όλο στην τελευταία του σταγόνα πλησιάζεις
Γυρνάς κοιτάς ξοπίσω σου το δρόμο που έφτιαξες
γεμάτο εξαιρέσεις και ανατροπές.-