Παρασκευή, 30 Απριλίου 2010

πουλιά


Μέρα που το μυαλό τους έπνιγε του κόσμου η αιθάλη
τότε το αηδόνι αρρώστησε
κι ο βασιλιάς καυτό μες τις παλαμες το έκλεισε
-Σιωπή κι αν πέθανες
κι αν έζησες Σιωπή
Από τον ουρανό, τη γη μέχρι τη θάλασσα πώς να μετράς
με ραγισμένη τη ματιά με έμαθες
κι ολόγυρα Σιωπή.
Στη φυλακή και στα κλουβια μικρή βραχνή μου αγαπη
πρώτα αέρα έπινες κι έφτυνες των αχών μαγεία
Το βασιλιά σου πιο πολύ από τον καθρεφτη του αγαπάς
Φτωχή κατάντια έλα σπάσε μου το τζάμι
κι αν θέλεις φύγε
τι αξία να εχουν άλλωστε δυο αφωνα μικρα φτερά
μια μηχανή δίχως γρανάζια, δίχως να κουρδίζει
Φτωχό κι αδέκαστο αν υπήρξες
εγώ ήμουν άσημος θαμπός διπλά
ο έρημος σου αυτοκράτορας
μια μοναξιά γι ανταλλαγή με τα σκουπίδια-
Καταλαβαίνει το πουλί
το τζάμι σπάει με το κεφάλι
και μπήγεται ως βαθιά μες τα γυαλιά από την καρδιά του βασιλιά
Σιγή θανατου αν έδωσες
Σιγή θανατου επήρες

Τρίτη, 27 Απριλίου 2010

flee



στην αγκαλιά σου άναβε κι έσβηνε σαν ηλεκτροστόπ
καυτή του σπλάχνου σου η ελπίδα στο μέγα ανεπίστρεπτο ταξίδι
Λευκή πανωραία στο αραχνοϋφαντο μακρύ σου φόρεμα
σε κυνηγούν μαύροι κοστουμαρισμένοι υάκινθοι και κρίνοι
Παράθυρα σε διαδρόμους τρέχοντας μετράς
το τελευταίο ανοιχτό για να ξεφύγεις
Πάνω σου έχεις ένα άγγιγμα ανέλπιστης τύχης
κι η άκρη από το φόρεμα τελευταία γλυστρά στων δαχτύλων τους το άτυχο κράτημα
Το ύφασμα κολλάει στο δέρμα σου βαρύ
Ψιλόβροχο με λάσπη λεπτή
σε πτήση χαμηλή καθώς απογειώνεσαι
μαζί απογειώνεται και η χαρά της πρόσκαιρης φυγής
Στ΄όνειρο δεν εξουθενώνεται η ελπίδα,
Δρόμοι βρεγμένοι κι απελπισμένες γάτες, τραυματισμένες τίγρεις
που σου ζητούνε καταφύγιο και αγκαλιά παρηγοριά
Πετάς μα πώς να πετάξεις ψηλά αφού με τα ουράνια θολά δάκρυά Του σε τυλίγει;

Δευτέρα, 19 Απριλίου 2010

ο γλάρος

όταν έρχεσαι σε όνειρο το μολύβι αγκιστρώνεται των δαχτύλων
κιτρινισμένα γραπτά κι ένα παιδί που μελετούσε από νωρίς το εδώ γύρω
με μια βαθιά φωνή στο σκυμμένο κεφάλι να υπαγορεύει
από παλιά πολεμούσα την ασταμάτητη της σκέψης ροή
μα το ποτάμι κυλά πάντα στο πλάι ενώσο εσύ προχωράς ασυναίσθητα στην όχθη
τα είχες γράψει όλα σωστά και ο έπαινος κραταιός
όσα μπορούσες να μάθεις αφού ο Δάσκαλος θα πετούσε γι αλλού
τα ύψη του αιθέρα του νερού τ'απόκοσμα βάθη
και πώς ν'αψηφάς τον ομφαλό της γης

Παρασκευή, 9 Απριλίου 2010

on trouvait la verite


































Mόλις κάποιος φτύνει λέξεις που μου καίνε το πρόσωπο
το χρυσάφι διαμελίζεται και τα όνειρα πέφτουν αίφνης νεκρά
Τα παιχνίδια μου κρύβονται κατρακυλώντας μέσα στα χόρτα,
χάνονται σε τρύπες στο χώμα
Στα μηνίγγια αρχίζει να στάζει νοσταλγία πικραμύγδαλο
Το απόσταγμα ανεβάζει αλλοιωμένες εικόνες
Ένας άνεμος αεικίνητος μετακινεί άπαντα
γυρωφέρνοντας καλοκαίρια τυφλωμένα στο φως
Μια αδέξια της άνοιξης βροχή με ανασταίνει
με τον ήλιο που κράταγα καθώς έβγαινα τη σκάλα
στην εξοχή των παιδικών μου αιώνων
πίνοντας υπέρ πληγών το αντίδοτο
καμωμένο από γέλια και φωνές
τα δικά μου κι εκείνων που από μνήμης δε στέγνωσαν
Ένα ακόμα έμεινε να υπάρχει, ένα να λάμπει εντός
γέλιο από εικόνα αστραπή
πέρασε φυλλώματα σ'ανοιχτό οροπέδιο
και στάλες λάμπους θάλασσας απάτων
Κράτα με πάνω σου όσο γεννιούνται όνειρα χρυσά
σκύβεις πάνω μου στολίζοντάς με ίσκιο
Περνάς το χέρι σου θεόρατος λευκός, ίδιος ανείπωτος άνεμος
πού να είσαι τώρα; Εκεί..
Δυο βήματα πριν με το δείκτη να δονείται
πλησιάζω, όλο νομίζω, κι όμως παύει
Ένα πέταγμα να με χωρίζει από τη γη της Επαγγελίας..

Πέμπτη, 8 Απριλίου 2010

στάχτες στα βήματα..

αλυσίδες

" DEN YPARXOUN KYKLOI STH ZWH. EMEIS TOUS VLEPOUME KYKLOUS.
H BROXH AGKALIAZEI THN KARDIA. ME THORYBO ALHSMONHTO GKREMIZEI TO TELEYTAIO THS OXYRO
DE THA KSANADEI TH FLOGA POTE
ZEI S'ENA KARVOUNIASMENO DWMATIO
THA PERIMENEI EKEI to TELEYTAIO SINIALO APODHMHSHS.
s agapaw - sygxwrese me "

Σάββατο, 3 Απριλίου 2010

Μεγαλειωδώς...

Πόσα εύφλεκτα στήθη μετράς για καμμένα
Πόσα ελπιδοφόρα νομίζοντας πρωτύτερα πέρασαν μπροστά σου 'εάν'
Επισφαλής κάτω από το υπόστεγό σου δήθεν αφλεγής, αφελής
Τη συνείδησή σου στους καπνούς τους έπνιξες, αδαής
Το ανύποπτο στήθος σου προς τα μέσα ρουφά μεγαλειωδώς
τις λεπτόπνευστες στάχτες και σκύβει εμπρός
Στα πνευμόνια χωνεύουν, τα ρουθούνια σου ασθμαίνουν
ως γυρνάει σαν οίστρος της μέρας η δακρύβρεχτη κάθε στιγμή
Από την καρδιά σου αρχινάς βαθμιαία να γερνάς μοναχός
Πάνω σε ποιά πλάτη γλυκιά να κλαις τη συνείδηση στάχτη

Παρασκευή, 2 Απριλίου 2010

Επιτάφιος

Νύχτα βαθιά απόκοσμη
στην ερημιά κορμοί ασπρισμένοι φέγγουν από κυπαρίσια
μέσα από τα κλαδιά τους το θάνατο αποδέχονται πουλιά
με φωνές στριγγλές που συνοδεύουν τους ψαλμούς
τα μύρα λούζουν τους νεκρούς
οι Παραστάτες με κεριά μοιρολογούν γύρω απ'τον Τάφο
Σ'όλα τα πλάτη σκοτεινιά αστέρια φώτα αμυδρά
Μεγάλης Παρασκευής μυσταγωγία
στ'ανάντι περιμένει η Ανάσταση, η Γέννηση
σφραγίδα ζωής θανάτου
κύκλος που αποτυπώνεται στα σπλάχνα μας
λίγο προτού ενσαρκωθούμε

Πάσχα


Γνώριμες μέρες του Σταυρού
"Σήμερον κρεμάται επί ξύλου..."
Πίσω - μπροστά στο κοσμολόγιο
τα άστρα εσφαλμένα ποτέ δεν προσμετρούν
Το Γολγοθά ντύνεται η φύση, το χαμό κάθε φορά 
Σφαγεία κοκκινίζουν μές τα μάτια του αμνού
Μίσχοι ανθών χύνουνε θάνατο
Η λιτανεία των κεριών μοιάζει με ήττα πάνω από το Σώμα το άφαντο
Ολάκερη η μοναξιά των ουρανών μαζί Του.-