Πέμπτη, 19 Φεβρουαρίου 2009

Ερινύα

Στο ακροσκέπασμα τ’ονείρου μια φευγαλέα λάμψη πρόλαβε να ιδεί
Του σταυροφόρου τη σκιά που τον κεντούσε μες τη νύχτα
και του άφηνε στο στήθος καρφωμένο το σπαθί.
Στάλα από το αίμα του έξω δεν έσταζε μόνο ξημέρωσε πόνος οξύς,
ξίφος της τιμωρίας κ απάνω του ο ουρανός βαρύς,
ήταν το άδικο και το κακό στρώμα από ξεραμένη στάχτη
Κείτονταν καταγής πεσμένος, προσμετρώντας τα βάθη,
από άγρια χορτάρια στοργικά αγκαλιασμένος, ως να ταν αδερφός τους,
προσμένοντας για τη βροχή που όμοια μ’ αγριο πουλί ξεχύθηκε
Μετα το χέρι του άπλωνε καθαρισμένος για να πιαστεί απτα σκυφτά κλαδιά
χαμόδεντρα της λησμονιάς που βρέθηκαν κοντά του,
να σηκωθεί, ν’αρματωθεί ξανά,
ως να ναι παντα ίδιος ο τρόπος, αξεπέραστος,
να κουβαλά το σώμα, της ψυχής τα μαύρα παιδιά
κι αδιακοπος να μοιάζει τούτος ο δρόμος στον απέραντο κόσμο..

Κυριακή, 15 Φεβρουαρίου 2009

πουλί της φωτιάς



Χρωστά ο καιρός στην καταδίωξή της
Καρδιά από φύλλα πάγου
Φλεβάρη καρδιά που κόβει πιο βαθιά κ από λεπίδα
Και βάφει ροζ το χιόνι
Μνημόσυνο θα κάνουν
Όλοι μαζί θα κάτσουν γύρω από το τραπέζι του θανάτου
Σώμα μελανιασμένο που βουλιάζει στο απέραντο του πάγου
Λεβάντα, δεντρολίβανο τρυπάνε από κάτω, ξεμυτίσαν
Σκουριάζει το κλειδί που κρέμασε μια μέρα στο λαιμό της η μητέρα γη
Και θάφτηκε το μυστικό που κράτησε στα χέρια του ο Κανένας
Ζεστό πουλί μονάχο
Πουλί που έκαμε η φωτιά σου
Πετάχτηκε σα σπίθα από του πάγου τη φωλιά στον ουρανό
Και χάρισε στη μέρα την ευχή που η γη θα ξανανιώσει
Τη μέρα που έλιωσα μαζί σου

15-02-2009, 18:54 μμ

Δευτέρα, 2 Φεβρουαρίου 2009

Παλη

Κατάφερα λαβωματιά στο στήθος
δικό μου ήταν το μαχαίρι
κ όλη τη νύχτα πάλεψα στο σκοτεινό μου το κρεββάτι
Να μην χαθώ
Όμως αυτός, ο Χάρος, με πήρε από το χέρι
και με γκρέμισε στα έγκατα του κόσμου να μου δείξει
πού’χα φωλιάσει, πού’χα πέσει, πού’χα περιφρονήσει
Τη νύχτα αυτή οπου κατέβηκα στον Άδη
Κρατούσα μόνο όπλο ότι είχα στη ζωή για να νικήσω
Πάνω μου όρμησαν μαύρα σκυλιά και μύριοι δράκοι
μα δεν αμφέβαλλα του πόνου
Έκοβα, πέταγα, πισωπατούσαν, έφευγαν κυνηγημενα
Ξέχασα γιατί έφτασα εκεί να πολεμήσω
Στους σκοτεινούς διαδρόμους έτρεξα κ έμελλε να το συναντησω
Το σώμα το νεκρό το αγιασμένο που έψαχνα
σ'ένα κρεβάτι κείτονταν ωχρό
κ απάνω του αντηχούσε μια μουσική μαγευτική εξ ουρανού
που έκανε να ριγούνε του κάτω κόσμου τα θεμέλια
και τα θηρία να σκορπίζουν γύρω του, ατιμασμένα να κρυφτούν
Στα χέρια μου το σήκωσα να το νεκραναστήσω...

28-01-2009, 23:56 μμ

ο βράχος

Ο ίδιος χρόνος επιστρέφει ξανά και ξανά
Τ’άστρο στ’ ανάντη του κοιτάζεται με το φεγγάρι
Στην άμμο λίμνες της βροχής
της καταχνιάς καθρέφτες,
στου ουρανού τη χάρη που λυγούν,
στου κεραυνού την απειλή,
τρέμει μαζί τους το λευκο πανί να μην καεί,
να μην τσακισει το μεσιανό κατάρτι
Καρδιά που σ’έθαψαν στο χώμα κ από πάνω φύτρωσε ευχή
Να καρτερεί το άνθος κάθε 1000 χρόνια
Δύσκολα θεραπεύεται η ψυχή η κλειδωμένη
Δύσκολα λησμονεί ο σμιλεμένος βράχος
έτσι προσμένει απτο νέο κύμα ακόμα
να αφήσει τα σημάδια του κ αντέχει

28/1/2009- 18:23 μμ