Πέμπτη, 18 Νοεμβρίου 2010

κλειδί


Καταμεσής της κολασμένης μέρας
το λογισμό ξεκούρδισα μ' ένα μεγάλο κλειδί
Xύθηκε η σκέψη ζερβά, δεξιά σαν καταιγίδα
Εσκυψα για να αφουγκραστώ βαθιά
από το στήθος, τσαλακωμένη τη φωνή
Κι εκεί μου έστηναν παγίδα
Το πανωφόρι μου έβγαλα να δω πού αδειάζουν οι καημοί,
ζεστός ο Βόσπορος κυλούσε στ' άπορα πλευρά μου
κι απ'έξω γδάρτης άνεμος φυσούσε
Ο χρόνος ξεθωριάζει, ωχρειά σαν το πανί,
λιωμένο ρούχο μιας αγάπης
Τον είδα μοναχό να χάνεται και να ξεχνά
Κάθε στιγμή πηδάει ένα σκαλί, φτάνει ψηλά
στ'ουρανού τη γαλάζια φωταύγεια
Η φύση απάντηση δεν έδωσε καμιά
εξόν πως μες του δέντρου τον κορμό
κατακάθονται τα γέλια και τα κλάματα ενός,
σαπίζοντας, φτιάχνοντας δαχτυλίδια
Κι αυτός που στ' όνειρο έχει παγιδευτεί,
μένει ακόμα εκεί, θρηνεί το θύμα
ενόσω απέξω τριγυρίζουν φτερωτοί,
φίλοι - εχθροί, στον άνεμο πρόσωπα ίδια,
απελπισμένοι να θηρεύουν αποφάγια...

Τετάρτη, 17 Νοεμβρίου 2010

"..και μυρσίνη συ δοξαστική..."

Μάτι δεν έκλεισα όλη νύχτα
Στο προσκεφάλι μου τιτίβιζε το πουλί
το άτυχο που εσταυρώθηκε εις την κερκόπορτά τους
Με δέος γέρνουν οι βλαστοί μπροστά
στη θέα του αίματος, πιοτό ακριβό
επί της γης οπού ριζώνουν
Κάμαν το χρέος τους οι ουρανοί
Μόνο η ελευθερία πάχυνε
Στρογγυλοκάθεται διπλή
προδομένη και τυφλή

Παρασκευή, 12 Νοεμβρίου 2010

φωτογραφία παλιά




Παζάρια όλα τώρα μοιάζουνε, γελοία, ατιμωτικά
Τι να χωράει στο δικό σου το πακέτο;
Την ομορφιά μου είχα, τώρα απέχω
Άφησέ με στα ακούνητα αγέλαστα αμίλητα
Που μ'αγαπούσε..Πού πήγε;Μη ρωτάς
Γυάλινο βλέμμα στο κενό
Που ήταν όλα απλωμένα μαγικά.Μη ζητάς
Χειμώνες καλοκαίρια, όλα μετρούσαν καλοκαίρια
Έλαμπε το ακρογυάλι δίχως άμμο,
Ζεστός ο βράχος στο μπλε οπού βουτούσα
Θάμπωνε ο φακός της μηχανής από το φως
Πάνω μου δε στεγνώνανε του νερού οι δρόμοι
Το στόμα έκαιε η αλμύρα
Κεφάλι αχτένιστο ή βρεγμένο
Δάχτυλα μουλιασμένα από αφές μικρού παιδιού
Ποιός να τα έζησε αυτά εχθές; Εγώ;
Που φλόγιζε τα μάγουλα ο ήλιος
Που έβλεπαν τα μάτια όσα δε βλέπει ο θνητός
Που όρμαε ο ανθός, το μυρωδάτο φύλλο απ΄τα ρουθούνια
και τρελλαινόταν ο φτωχός
Βελόνι που κεντάς βαθιά χαμούς και δάκρυα
Βροχή που με διαπερνάς, σβήσε τα δίχτυα
Τερματίσαν οι ανεπίστροφές
Πάρε με μακριά

Κυριακή, 7 Νοεμβρίου 2010

του αλλου κόσμου

Κλειδώθηκε στα μάτια ο αποχαιρετισμός
κορμί ελπίδας μαυροφορεμένης
Στα στήθη άπλωνε ο στεναγμός,
μεγάλωνε, βύζαινε λησμονιά αγιασμένη
Όλο ρωτούσες τι να γράψεις,
τι να γράψεις για το άδειασμα
Όσο ρωτούσες, τόσο γνώριζε μακριά σου
τη φύση που σκορπίζονταν κοντά στην ερημιά της
Άραγε τι να έμενε ίδιο μέχρι το τέλος
η μοιρα που σας όριζε μαζί βάρυνε με το χρόνο
το γράμμα αλάργευε, έφτανε αργοπορημένο
Κι ήταν ο κόσμος όλος πράσινος, γιομάτος κρίνα,
ας ήτανε ευωδιά δικιά σου αντί για κείνα
Όλο ρωτούσες τι να γράψεις,
τι να γράψεις για το άνθισμα
Τα κόκκαλα γνωρίζουν την αλήθεια,
Στεκει εκεί παράμερα και σε κοιτάζει,
σφραγισμένο στόμα που μιλιά δε βγάζεις,
καπνό μονάχα από τα στήθια
Κι ο κεραυνός ζυγώνει να σ'αρπάξει
Όπου ακουμπήσει με το θάνατο χαράζει τ'όνομά του
σκίζει τον ουρανό με το αποτύπωμα του
Μια κρύα νύχτα βροχερή Κείνος θα κλέψει τη ζωή...