
Μέρα που το μυαλό τους έπνιγε του κόσμου η αιθάλη
τότε το αηδόνι αρρώστησε
κι ο βασιλιάς καυτό μες τις παλαμες το έκλεισε
-Σιωπή κι αν πέθανες
κι αν έζησες Σιωπή
Από τον ουρανό, τη γη μέχρι τη θάλασσα πώς να μετράς
με ραγισμένη τη ματιά με έμαθες
κι ολόγυρα Σιωπή.
Στη φυλακή και στα κλουβια μικρή βραχνή μου αγαπη
πρώτα αέρα έπινες κι έφτυνες των αχών μαγεία
Το βασιλιά σου πιο πολύ από τον καθρεφτη του αγαπάς
Φτωχή κατάντια έλα σπάσε μου το τζάμι
κι αν θέλεις φύγε
τι αξία να εχουν άλλωστε δυο αφωνα μικρα φτερά
μια μηχανή δίχως γρανάζια, δίχως να κουρδίζει
Φτωχό κι αδέκαστο αν υπήρξες
εγώ ήμουν άσημος θαμπός διπλά
ο έρημος σου αυτοκράτορας
μια μοναξιά γι ανταλλαγή με τα σκουπίδια-
Καταλαβαίνει το πουλί
το τζάμι σπάει με το κεφάλι
και μπήγεται ως βαθιά μες τα γυαλιά από την καρδιά του βασιλιά
Σιγή θανατου αν έδωσες
Σιγή θανατου επήρες