
Σε ποιό μεταίχμιο βρίσκομαι
και κρέμεται από πάνω μου ολάκερος ο ουρανός αιμοδιψής;
Να σου πω ποιόν θα τσακίσω πρώτα:
εμένα
Πεθαμένος περνά ο φέρελπις
καθώς το αλυσοπρίονο κανονίζει την κοιλιά μου...
κι ούτε που μιλά, ούτε κοιτά
μα η θάλασσα από το μπαλκόνι την ασχήμια λυγάει,
πορφυρό το δείλι κι ο δρόμος καμπυλώνει
Ανέβα κόκκινη χορδή, κατέβα ελευθερωτής αέρας
εσύ που με το δείκτη σου ανιχνεύεις την ορμή,
στο αθέατο ανάλογα τα σώματα τρυπάς
κι εκείνα επιδίδονται στις επιθυμητές ταχύτητες,
εσύ που φυγαδεύεις τη θέα όσο την παλάμη του ακλόνητος ανοίγει
με μια απάθεια άγνωστης λύπης
κι ο δρόμος καταπίνει τα διάφανα σκορπίσματα που αδειάζει
τη μνήμη που κοροϊδευτικά γελά, τον ξεγελά
γιατί οι πληγές δεν πάνε πουθενά,
μονάχα συνορεύουν στις χαρές, να το θυμάσαι…