
κάθε μια μέρα τρίζει και βοά στα πέλαγα ως πέρα
Ηχώ λευκή που απλώνεται, στα μάτια θάμπος,
λεπτός ατμός στο μονοπάτι του ήλιου
Αδειάζω μέσα στο νερό το πιο βαρύ του σώματος,
κατρακυλά το πιο αχρηστευμένο,
μέχρι εκεί που έδιωξε ο ουρανός αποβραδύς
όσα κουράστηκε να'χει μαζί του αστέρια
κι έγινε ο βυθός ένας ουράνιος θόλος υγρός.-