Παρασκευή 18 Απριλίου 2014

πυράκανθος


όσο τα χρόνια περνούν στο ανεξάντλητο
της ωραιότητος το άλογο γκρεμοτσακίζεται
κι εσύ δήθεν αφιππεύεις να πάρεις αντάλλαγμα
να συναντήσεις στο βάθος τον εύφορο εαυτό σου
να ζεσταθείς από τα παλιά σου ρούχα
αθώα και φανταχτερά
αλλά το ψύχος γίνεται απροσμέτρητο
γιατί ο ήλιος σου είναι νεκρός
και τα αγκάθια πληθαίνουν
βγαίνοντας από κάθε πόρο
αδύνατο να κρατήσεις λυγερό το ανάστημά σου
θανάτου τρύπημα, καμπούρα εικόνα
θα ήθελες να πετάξεις τα ψέμματα
μα έχουν πλέξει το πτώμα μου μεσα στους κρίκους σου
και κλειδωμένος βουλιάζεις..
ποιά Ανάσταση θα σε πάρει πρωτύτερα από μένα;

Κυριακή 16 Σεπτεμβρίου 2012

δεν τελειώνει.

Δεν έμεινε φως από τα βεγγαλικά της ζωής σου
Τα χέρια σου τρύπησαν γιατί τα χρειαζόσουν
για να κρατήσεις τα ηνία της φαύλης ύπαρξης
Δειλός που το άδειο τους φυσίγγι
σε τυρρανά τα βράδια κάτω από το κρεββάτι 
Ο ήχος της έναυσης που μυρμηγκιάζει τους κροτάφους
κι έπειτα η σιωπή που ξεκοιλιάζει το θύμα της
Εκείνη την έρημη νύχτα
που οι τοίχοι μιλούσαν μαζί σου και τρόμαζες
μπορούσες να πιαστείς απ΄τα αστέρια 
και σκόνη να γίνεις στο διάστημα
αφού η λέξη δεν έμοιαζε με αυτό που θα έπρεπε να ήταν.
Αγάπη.
Σα μόνο αφημένο ένα κόκκινο κρίνο του βουνού
που άλλοτε ανθίζει άλλοτε πνίγεται από τα αγριόχορτα
μία τυφλή σπηλιά χωρίς έξοδο που το χειμώνα πλημμυρίζει
ενα λιβάδι που γεμίζει πυράκανθους
ο γκρεμός στην  κορυφή μιας ελάτης
το άδειο σου στήθος

Τρίτη 15 Μαΐου 2012

μνήμη


Ο ράφτης κόβει ράβει το καινούργιο σου κουστούμι
Λιωσμένος στέκεις στην ουρά να το ντυθείς και να σωθείς.

Φτιαγμένο από άνοιξη είναι τ'όνειρο
Ελπίδα απατηλή, στο μάγουλο άγουρο το χάδι
Κι όσο ο άνεμος φυσά στην παρειά,
κι οι παπαρούνες γέρνουν το κεφάλι
Εγώ σκυφτός από του έρωτα το φως
κοιτώ το ίχνος του στο στήθος και ριγώ
Ψέματα ήταν και με δρασκελά
Στα δέντρα ανέβηκε, γελά, ρίχνει το σώμα στο κενό
Βλογιοκομμένη αγάπη μου άλλο δε χρωστώ.-



"These violent delights have violent ends
And in their triumph die, like fire and powder,
Which, as they kiss, consume."

Κυριακή 29 Ιανουαρίου 2012

φώσφορος

Δεν είμαι παιχνίδι των καυτών δαχτύλων κανενός άλλου,
της απόλαυσης φωτός μόνο των δικών σου.
Να ρουφώ τη φωτιά τους και εντός μου να τη σβήνω με θόρυβο
με τη νύχτα να καρφώνει τα νύχια της, στο στήθος μου να σκάβει,
και τις φλέβες μου γεμάτες άνοιξη
Σα λιοντάρι να περπατώ ελπίζοντας ο φωσφόρος του χειμώνα να χυθεί,
μονοπάτι καινούργιο στο σκοτάδι.

Τρίτη 17 Ιανουαρίου 2012

βιβλίο

Μιλάς λόγια μικρά ψιθυριστά
τα βράδια λιγνά παραμύθια
στα μάγουλα μου πουλάς
τα φυλλοκάρδια τρέχουν απ΄τα μάτια
ζεστή η ανάσα σου
ύστερα τον ώμο μου φιλάς
γλώσσα λεπτή και μακριά
γαλάζιο κύμα το κορμί σου και σπείρα τούτη η αναμονή
όσο βαδίζω για τη θάλασσα

Κυριακή 11 Δεκεμβρίου 2011

με τον άνεμο

Φύλλο μικρό, κάτω στον ποταμό, των Μυρίων την κάθοδο διάλεξες
Απ' το χείλι πικρό κυλάει της καρδιάς το αίμα
Δε θα υπάρχουν κάβοι πια, μήτε απάνεμα λιμάνια να κρυφτείς.
Σα κόψει η άγκυρα, κανείς να σε κρατήσει δεν υπάρχει
Μικρό καράβι με πανί μονό
πάνω σε τούτο το φανό είναι που κάηκαν οι πεταλούδες της παλιάς σου αγάπης

Πέμπτη 25 Αυγούστου 2011

Η Πύλη

Περνάς τη χρυσή πύλη με περισσή εξωστρέφεια
μέσα σ'ένα χλωμό φως,
Είναι μία μέρα θαμπή που γελάς πολύ
Ύστερα κάνεις χιλιάδες χιλιόμετρα ψάχνοντας να τη βρεις
με περισσή ενδοσκόπηση
Πού ψάχνεις; Πού κοιτάς;
Θεέ μου η Δύση κρεμάστηκε
Η Ανατολή ξαποσταίνει σε σώματα αγγέλων
κι εσύ σαπίζεις σε τάφο σκοτεινό και υγρό,
με τα μάτια να τρέχουν χιλιόμετρα
στην καρδιά σου εντός ατέλειωτοι κύκλοι
Πόσο σε περίμενα
πόσο ποτέ δε θα φτάσω..

Κυριακή 24 Ιουλίου 2011

το πουθενά

Βελόνες του καρφώθηκαν στο μάγουλο
Το καλοκαίρι πληγιασμένο τώρα κυνηγά
Αδέσποτα χορεύουνε τρελλά τα όνειρά του
Μία ριπή ξεκοίλιασε τον ποιητή,
μια καταιγίδα χνάρι έφτιαξε στο χώμα,
απ΄του δέντρου το σώμα
Ξεχύθηκαν τ'αρώματα κι η πλάνη στη στεριά
και βάφτηκε η θάλασσα στο πιο πικρό μελάνι
Πέπλο λεπτό και σκοτεινό γυρνάω πάλι στο βυθό
κι αυτός ανοίγει στοργικά τη μαβιά του καρδιά
Ο έρωτας ο άχρονος κι ο φόβος ο πανάρχαιος, ο ιλαρός
μαύρα πουλιά που πέταξαν πάνω απ΄το μέτωπό μου
Μήτε να κλάψω κι ούτε που φοβάμαι πια.

Πέμπτη 21 Ιουλίου 2011

Τι έκανα...


Κάτω στην άκρη του γιαλού,
πώς μαστιγώνει στάχυα ο νους,
ριπές ο άνεμος πώς κατεβάζει,
πώς σφίγγεται, μέγγενη σιδερένια η καρδιά,
ο ουρανός ζυγίζεται στο μέτωπό μου
κι ο ποταμός κανείς πίσω του δεν κοιτάζει
Σκάβει αυλάκια της σκουριάς στο μάγουλό μου ο χρόνος
Αφορεσμένος, λιμοκτονώ, ζηλεύοντας αυτούς
που τώρα βρίσκονται όπως εχθές εγώ,
στην αγκαλιά του ποταμού, στο διαφανές του χρόνου...

Σάββατο 16 Ιουλίου 2011

ακρογιαλιά

Και τι πειράζει που οι γλάροι σου τσιμπούν το πρόσωπο το σώμα;
10000 χρόνια μάρμαρο στην ίδια την ακτή σε γυάλισε το φως,

το κύμα να σε γλύφει απαλά, σε νανουρίζει όσο τροφή τους γίνεσαι
.
Τάχα δε φτάνει ένας σκοπός να μη γυρεύεις άλλον;

Περνούνε από πάνω σου και σ'ερωτεύονται όλοι..

Πέμπτη 9 Ιουνίου 2011

Μπουτάν

Πιο γρήγορα κι από τη σαύρα που με την κοιλιά της γλύφει τον τοίχο,
πιο γρήγορα ο φόβος με την κραυγή του σκαρφαλώνει,
ο φόβος που έχει την αγάπη μέσα του κι ανδρώνεται,
πιο γρήγορα κι από το αριστερό σου χέρι που στον άνεμο χαιδεύεται
την ώρα που το δεξί αλύγιστο σφίγγει το τιμόνι,
τη μέρα που η αλήθεια καίει τα φτερά της
και τ΄όχημα σου μένει ακυβέρνητο στην κορυφή.

Κυριακή 8 Μαΐου 2011

έλα πίσω αγάπη

Αν κάτσω δύο λεπτά μες στη σιωπή σου
Δύο λεπτά ζωής αιμορροούσας
Να δω όσα η κάμαρα κι οι ερχόμενοι δε μ'άφηκαν
Στον ήλιο έξω να σε κοιτάξω, προσώπου λαμπυρίζοντος
Εκείνη η πολύτιμη στιγμή με διαπερνά
Κι όσο βαφτίζονται οι πόροι στην καινούργια εικόνα
που από το χθες βαθιά λησμονημένη
ξεφύτρωσε μεγάλη πεθυμιά
Δονείται ολάκερη η φύση κι αδημονούν τα πλάσματά της
Χαρά φιλιού, της πρώτης άνοιξης χαρά

Παρασκευή 4 Μαρτίου 2011

κρυφά τοπία


Κάτω από το κυπαρίσσι,
στα κλαδιά του μαλακές μυρωδάτες βελόνες,
την Παγγαία φιλάς.
Το κεφάλι κλειδωμένο εμμένει στο βορά
όσο από τα μάτια να περνά το γεφύρι η σιωπή,
π΄αλωνίζει με φωτιά τα τοιχώματα της ύπαρξης
Σα σφυγμός που αλυχτά πίσω από τους πόρους
σα μπουμπούκι που ακόμα μαζεύει κλειστό τους χυμούς τ'ουρανού
στη βρεγμένη εικόνα εμπλουτίζει εαυτόν,
τελευταία σταγόνα,
προτού σκάσει πολύχρωμη σφαίρα ευωδιάς
και το κλέψει ο νοτιάς ως εκεί που τελειώνει ο δρόμος,
που η θάλασσα στα μάτια μου αρχίζει
Και κλειδώνει τα πέταλα, και ζεσταίνει στο στήθος η θήκη
που θα ζήσει το Σπαθί της φωτιάς
χίλιες φορές να με πας ως τα πόδια του γκρεμού
αρκεί λαμπερό να ανθίσει...

Παρασκευή 21 Ιανουαρίου 2011

φαρέτρα


Εγκάρσια τομή ραμμένη εκατοντάκις ως το πλευρό
Πολλοστή ευκαιρία στους δαιδάλους του πλήθους ζητώ,
μετανοιωμένος διαβαίνοντας το φωτισμένο κατόπι της
κι η φύση ξεκουρδίζει το αδιάψευστο ρολόι της
τυχόν μη με φονεύσει η ανάδρομος δύση...
Σε μένα με οίκτο γυρνά: -Τώρα λοιπόν μ'αγαπάς?
Ξύπνησα όλα μου τ'άλογα και τρέχω ξοπίσω σου
Με δάκρυα, με αίμα κι αχό στο λαβύρινθο του στήθους σου
Να σπάσω το τζάμι της καιόμενης καρδιάς,
τον κορμό να λυγίσω στη ζούγκλα της διανοίας μου
2,3 φύλλα αδύναμα μου έμειναν θωρρώ,
να κόψω την άρρωστη ρίζα μου
και να πετάξω κάτω απ΄τον έναστρο ουρανό..
Σ'αγαπώ. Ας βρεθούμε μεγαλειώδεις ξανά.-

Τρίτη 18 Ιανουαρίου 2011

Ούτε ίχνος σημάδι, ούτε αμάρτημα

Φώναζε όσο θες.
Κουβαλάς παντού το χτύπο σου,
αυτόν που δεν απαντήθηκε από κανένα.
Έξω να βγεις, κάτω απ΄το σύννεφο να δεις,
πώς κρύβεται τ'ολόγιομο φεγγάρι απ΄τον καθένα, με τον άνεμο.
Χτύπα και κράτα την ανάσα σου, στον τοίχο να χτυπάς,
και σκάει κάτω από τα πόδια σου χαράδρα,
γιομάτη αγκαλιές και χάδια, μόνο για σένα.
Κρέμεσαι ρίζα ξερακιανή, βλαστός ελαστικός από το βράχο, φύλλωμα πράσινο φτωχό,
μονάχο των ατίθασων πουλιών απάγγιο και φωλιά βασιλική, συνομιλείς με το Θεό....

Παρασκευή 7 Ιανουαρίου 2011

Villy Vil


μισός και μόνος να σπας την κλεψύδρα του χρόνου στα χερια σου
και να κόβεις τα δάχτυλά σου,
ώστε να μπορείς να αγκαλιάζεις τον άνθρωπο όπως τον ήλιο ζεστό μέσα στο στήθος,
ζεστό πάνω στο πρόσωπο σου μια παγωμένη χειμωνιάτικη μέρα.
Ως Αδάμ με την Εύα μέσα στο μυαλό και στα σκέλια σου
και ως Εύα με τον Αδάμ μέσα στην κοιλιά και στην καρδιά σου,
να βρίσκεις το χαμένο παράδεισο στη στιγμή και εν τω αενάω



Τετάρτη 5 Ιανουαρίου 2011

πιο μακριά

Αστράφτει στο βάθος και τρέμει η νύχτα
τα αστέρια βουλιάζουν
αντάρα που αδειάζει σαν αίμα στο πηχτό σκοτάδι
Το χέρι σου κρατούσα χωρίς να μιλώ
περιμένοντας
σκυφτός στο σφυγμό της παλάμης
στο χνώτο γλυστρώντας που θαμπώνει το τζάμι
περιμένοντας
μετράω το χρόνο χιλιάδες παλμοί
που κρύβονται κάτω απ΄το ρούχο
στο δέρμα που λάμπει ωχρό
περιμένοντας
στο στομάχι τρικυμία βάζει ο ψίθυρος που έγινε θόρυβος
ο θόρυβος της αγάπης τρυπάει τους τοίχους παραμένοντας.-

Παρασκευή 31 Δεκεμβρίου 2010

Συν ένα...

Στην αγκαλιά της θάλασσας,
της χρονοθάλασσας που κολυμπούμε,
της θάλασσας δακρύων που εξιστορούμε,
το βιβλίο που πέφτει στο κέντρο της γης,
όταν τρέμουν τα χέρια κι η φωνή,
όταν τα φώτα τρεμοπαίζουν,
στο νούμερο σύν ένα που προστίθεται,
συν μια αλήθεια πλην μια άλλη,
στη ζυγαριά που ποτέ δε σταματά,
στέκομαι μπροστά.
Άκουσες ή δεν ακούς το χτύπο?
Σκαρφαλωμένη πάνω σ'ένα σωρό αγάλματα,
ανθρώπων πράξεις από κόκκινο πηλό,
σε μια ακτή, τόσο μακριά, τόσο κοντά,
πόλη παράκτια με απαστράπτον κάλλος,
όσο κι αν ψάχνω δε βρίσκω το δικό μου,
λες ταυτότητα καμιά..
Πόδια φτερά μου, δεν πατάω πουθενά,
τη ρίζα μου την κουβαλώ στην αγκαλιά μου
Ο χρόνος τρέχει, τρέχουν οι αδερφοφίλες και ξοπίσω εγώ
Τα τελευταία δάκρυα πάνω σου θα χυθούν ξανά,
στην άκρη της ακρογιαλιάς,
δίπλα στο δέντρο που βουτάει στο νερό
τα καταπράσινα κλαδιά του,
κάτω απ'τον ήλιο, ηλιοκράτορα,
μύρια κομμάτια χρώμα και φως και παραπονεμένη αγάπη,
αυτό το Ένα που τη θέση του αναπολεί..

Τετάρτη 22 Δεκεμβρίου 2010

rendez vous...

Τόσο καθαρά που κυλάει ο χρόνος
κλάσματα δέλτα νιοστά
ο φόβος αφανίζεται όταν στο ίδιο σημείο κοιτάζεις,
τα μάτια όλα στραμμένα στο στόχο της μέρας
Της στιγμής το ολέθριο πλάτωμα
οι ανάσες μπερδεύονται χωρίς πανικό
Το μάγουλο σου κρατούσα, στο χάδι,
στην άκρη από τα χείλη κυλά το πρώτο σου δάκρυ
Ανεπακόλουθη μνήμη,
ο άνεμος με πέταξε τώρα εδώ
να μη μπορώ μακριά σου.

Ταξίδεψα στον κόσμο δίχως μάτια,
τυχοδιώκτης, δίχως πόδια, μόνο τέσσερα χέρια ζευγάρια.
Ο έρωτας. Τι τέρας καταπληκτικό..
Δυό θώρακες παλεύουν την ανατολή
και κάθε δύση νικιέται από αδειανά στομάχια...

Τρίτη 21 Δεκεμβρίου 2010

ακρωτήριο

Έμαθα να μιλώ με τη γλώσσα δεμένη,
και δεμένα τα χέρια,
να φωνάζω με το σώμα
με τα αυτιά να κοιτάζω
όσα αόρατα βαίνουνε μέσα και εμπρός
με τα μάτια να ακούω ύστερους ψιθύρους,
με το στόμα να αγγίζω τις αόρατες λέξεις,
γεύσεις κινδύνων,
ένα αγρό υπάρξεων διασχίζοντας
πολυτελή ευρήματα και όνειρα,
μια θάλασσα αγάπης και λαθών
στη μονάδα του κατατειθέμενος χρόνου
διάρκεια ζωής παραμένουσας κλειστής
όπως ένας θαλάσσιος κοχλίας σιωπής.

Στο ταξίδι του θανάτου έχω δει ποιόν σύντροφο θα΄χω...