Παρασκευή 31 Δεκεμβρίου 2010

Συν ένα...

Στην αγκαλιά της θάλασσας,
της χρονοθάλασσας που κολυμπούμε,
της θάλασσας δακρύων που εξιστορούμε,
το βιβλίο που πέφτει στο κέντρο της γης,
όταν τρέμουν τα χέρια κι η φωνή,
όταν τα φώτα τρεμοπαίζουν,
στο νούμερο σύν ένα που προστίθεται,
συν μια αλήθεια πλην μια άλλη,
στη ζυγαριά που ποτέ δε σταματά,
στέκομαι μπροστά.
Άκουσες ή δεν ακούς το χτύπο?
Σκαρφαλωμένη πάνω σ'ένα σωρό αγάλματα,
ανθρώπων πράξεις από κόκκινο πηλό,
σε μια ακτή, τόσο μακριά, τόσο κοντά,
πόλη παράκτια με απαστράπτον κάλλος,
όσο κι αν ψάχνω δε βρίσκω το δικό μου,
λες ταυτότητα καμιά..
Πόδια φτερά μου, δεν πατάω πουθενά,
τη ρίζα μου την κουβαλώ στην αγκαλιά μου
Ο χρόνος τρέχει, τρέχουν οι αδερφοφίλες και ξοπίσω εγώ
Τα τελευταία δάκρυα πάνω σου θα χυθούν ξανά,
στην άκρη της ακρογιαλιάς,
δίπλα στο δέντρο που βουτάει στο νερό
τα καταπράσινα κλαδιά του,
κάτω απ'τον ήλιο, ηλιοκράτορα,
μύρια κομμάτια χρώμα και φως και παραπονεμένη αγάπη,
αυτό το Ένα που τη θέση του αναπολεί..

Τετάρτη 22 Δεκεμβρίου 2010

rendez vous...

Τόσο καθαρά που κυλάει ο χρόνος
κλάσματα δέλτα νιοστά
ο φόβος αφανίζεται όταν στο ίδιο σημείο κοιτάζεις,
τα μάτια όλα στραμμένα στο στόχο της μέρας
Της στιγμής το ολέθριο πλάτωμα
οι ανάσες μπερδεύονται χωρίς πανικό
Το μάγουλο σου κρατούσα, στο χάδι,
στην άκρη από τα χείλη κυλά το πρώτο σου δάκρυ
Ανεπακόλουθη μνήμη,
ο άνεμος με πέταξε τώρα εδώ
να μη μπορώ μακριά σου.

Ταξίδεψα στον κόσμο δίχως μάτια,
τυχοδιώκτης, δίχως πόδια, μόνο τέσσερα χέρια ζευγάρια.
Ο έρωτας. Τι τέρας καταπληκτικό..
Δυό θώρακες παλεύουν την ανατολή
και κάθε δύση νικιέται από αδειανά στομάχια...

Τρίτη 21 Δεκεμβρίου 2010

ακρωτήριο

Έμαθα να μιλώ με τη γλώσσα δεμένη,
και δεμένα τα χέρια,
να φωνάζω με το σώμα
με τα αυτιά να κοιτάζω
όσα αόρατα βαίνουνε μέσα και εμπρός
με τα μάτια να ακούω ύστερους ψιθύρους,
με το στόμα να αγγίζω τις αόρατες λέξεις,
γεύσεις κινδύνων,
ένα αγρό υπάρξεων διασχίζοντας
πολυτελή ευρήματα και όνειρα,
μια θάλασσα αγάπης και λαθών
στη μονάδα του κατατειθέμενος χρόνου
διάρκεια ζωής παραμένουσας κλειστής
όπως ένας θαλάσσιος κοχλίας σιωπής.

Στο ταξίδι του θανάτου έχω δει ποιόν σύντροφο θα΄χω...

Πέμπτη 9 Δεκεμβρίου 2010

σπασμένο φλυτζάνι

Διακοπτόμενες ηλιαχτίδες
όπως περνά το φως στο τσακισμένο κορμί
Ανατριχά η κεφαλή κι η ραχοκοκαλιά
Σκορπίζεται η μέρα στις ρωγμές
Γυαλίζουν και θερμαίνονται οι ενώσεις
Μπροστά στο μάταιο βιτρό του κόσμου
μια ανάσα ακίνητος ζητάς,
Φτωχό παιδί θα διαγωνιστείς στις αντοχές
Πλησιάζουν οι γιορτές σπαραχτικά
Στολίδια κρέμονται στην πόρτα,
Χάσκει από πίσω το μεγάλο πουθενά,
Στόμα αδηφάγο έμαθα, βάθη άπατα και λάθη
τοίχοι άδειοι, μάταιοι αγώνες και καρδιά νεκρή
Είναι το πίσω ή μήπως το μπροστά..
Δεν ανοίγω, θηκαρώνω, Να καείς.

Πέμπτη 18 Νοεμβρίου 2010

κλειδί


Καταμεσής της κολασμένης μέρας
το λογισμό ξεκούρδισα μ' ένα μεγάλο κλειδί
Xύθηκε η σκέψη ζερβά, δεξιά σαν καταιγίδα
Εσκυψα για να αφουγκραστώ βαθιά
από το στήθος, τσαλακωμένη τη φωνή
Κι εκεί μου έστηναν παγίδα
Το πανωφόρι μου έβγαλα να δω πού αδειάζουν οι καημοί,
ζεστός ο Βόσπορος κυλούσε στ' άπορα πλευρά μου
κι απ'έξω γδάρτης άνεμος φυσούσε
Ο χρόνος ξεθωριάζει, ωχρειά σαν το πανί,
λιωμένο ρούχο μιας αγάπης
Τον είδα μοναχό να χάνεται και να ξεχνά
Κάθε στιγμή πηδάει ένα σκαλί, φτάνει ψηλά
στ'ουρανού τη γαλάζια φωταύγεια
Η φύση απάντηση δεν έδωσε καμιά
εξόν πως μες του δέντρου τον κορμό
κατακάθονται τα γέλια και τα κλάματα ενός,
σαπίζοντας, φτιάχνοντας δαχτυλίδια
Κι αυτός που στ' όνειρο έχει παγιδευτεί,
μένει ακόμα εκεί, θρηνεί το θύμα
ενόσω απέξω τριγυρίζουν φτερωτοί,
φίλοι - εχθροί, στον άνεμο πρόσωπα ίδια,
απελπισμένοι να θηρεύουν αποφάγια...

Τετάρτη 17 Νοεμβρίου 2010

"..και μυρσίνη συ δοξαστική..."

Μάτι δεν έκλεισα όλη νύχτα
Στο προσκεφάλι μου τιτίβιζε το πουλί
το άτυχο που εσταυρώθηκε εις την κερκόπορτά τους
Με δέος γέρνουν οι βλαστοί μπροστά
στη θέα του αίματος, πιοτό ακριβό
επί της γης οπού ριζώνουν
Κάμαν το χρέος τους οι ουρανοί
Μόνο η ελευθερία πάχυνε
Στρογγυλοκάθεται διπλή
προδομένη και τυφλή

Παρασκευή 12 Νοεμβρίου 2010

φωτογραφία παλιά




Παζάρια όλα τώρα μοιάζουνε, γελοία, ατιμωτικά
Τι να χωράει στο δικό σου το πακέτο;
Την ομορφιά μου είχα, τώρα απέχω
Άφησέ με στα ακούνητα αγέλαστα αμίλητα
Που μ'αγαπούσε..Πού πήγε;Μη ρωτάς
Γυάλινο βλέμμα στο κενό
Που ήταν όλα απλωμένα μαγικά.Μη ζητάς
Χειμώνες καλοκαίρια, όλα μετρούσαν καλοκαίρια
Έλαμπε το ακρογυάλι δίχως άμμο,
Ζεστός ο βράχος στο μπλε οπού βουτούσα
Θάμπωνε ο φακός της μηχανής από το φως
Πάνω μου δε στεγνώνανε του νερού οι δρόμοι
Το στόμα έκαιε η αλμύρα
Κεφάλι αχτένιστο ή βρεγμένο
Δάχτυλα μουλιασμένα από αφές μικρού παιδιού
Ποιός να τα έζησε αυτά εχθές; Εγώ;
Που φλόγιζε τα μάγουλα ο ήλιος
Που έβλεπαν τα μάτια όσα δε βλέπει ο θνητός
Που όρμαε ο ανθός, το μυρωδάτο φύλλο απ΄τα ρουθούνια
και τρελλαινόταν ο φτωχός
Βελόνι που κεντάς βαθιά χαμούς και δάκρυα
Βροχή που με διαπερνάς, σβήσε τα δίχτυα
Τερματίσαν οι ανεπίστροφές
Πάρε με μακριά