Πέμπτη 23 Σεπτεμβρίου 2010

από χώμα..

Ακούστηκε ένας ήχος από κάτι που άδειαζε
κι ο Μόνος το μόνο που είχε πάνω του πια ήταν μια ελπίδα
που χωρούσε σε ένα απειροελάχιστο σώμα
δίχως πόδια δίχως χέρια δίχως μάτια δίχως καρδιά
Μόνο ένας κόκκος του στο Χέρι να επιστρέψει,
εκεί απ΄όπου κάποτε ο μικροσκοπικός γλύστρησε των Δαχτύλων,
για να τριφτεί τη μοναξιά με τους ομοίους
για να γιγαντωθεί γευόμενος τη σπίθα
και να θανατωθεί για τ' όνειρο που έμεινε μετέωρο
Αυτός ο κόκκος στο ταξίδι της επιστροφής
θα είναι αρκετός όλο το Νέο Κόσμο να γνωρίσει...

Δευτέρα 20 Σεπτεμβρίου 2010

Fidele liberatum

Fidele liberatum, όπως η αλυσίδα που τους κρίκους της τρίζει
και καθηλώνει τον κρεμάμενο σε ένα μοναδικό τοπίο του πνιγμού
Δυο κόκκοι άμμου την πυριτία τους ανάβουν το δειλινό που αποσβαίνει εν βρασμώ
Τυφλοί ψηλαφίζουν, συγκινημένοι, ο ένας τον άλλο κι απομακρύνονται.
Ο ορίζοντας αδειάζει τα σύννεφα, η θάλασσα για εκτόνωση τη ζέστη αχνίζει
Η παραλία σου γέμισε δράκους με βλέμμα μελαγχολικό.
Αργόσυρτοι, σωπαίνοντας, αναμοχλεύουν τη φωτιά στα σπλάχνα τους ωσότου αναγεννηθεί
Οποία απόφαση σαν έρμα χώνεψης κακής ανεβοκατεβαίνει,
Μα αν δεν πετάξουν θα κολυμπήσουν
και αν δεν κολυμπήσουν θα βυθιστούν στην κινούμενη άμμο...

"FEAR no more the heat o' the sun,
Nor the furious winter's rages;
Thou thy worldly task hast done,
Home art gone, and ta'en thy wages:
Golden lads and girls all must,
As chimney-sweepers, come to dust.

Fear no more the frown o' the great,
Thou art past the tyrant's stroke;
Care no more to clothe and eat;
To thee the reed is as the oak:
The sceptre, learning, physic, must
All follow this, and come to dust.

Fear no more the lightning-flash,
Nor the all-dreaded thunder-stone;
Fear not slander, censure rash;
Thou hast finish'd joy and moan:
All lovers young, all lovers must
Consign to thee, and come to dust.

No exorciser harm thee!
Nor no witchcraft charm thee!
Ghost unlaid forbear thee!
Nothing ill come near thee!
Quiet consummation have;
And renowned be thy grave!"

William Shakespeare

Δευτέρα 6 Σεπτεμβρίου 2010

εφ1403


Εμείς τα κτήνη που κουβαλάμε το φορτίο και ζούμε την πτώση
Παραδόσου στην απειλή που έχει κολλήσει αόρατη στους τοίχους,
που κρέμεται σαρκάζοντας απ΄το ταβάνι να μην αντισταθείς
Σε παρακολουθεί ξαπλωμένη να ερευνάς στα σκοτεινά
στο στρώμα πότε να απλώνεις, πότε να ζαρώνεις
Λεπτό σεντόνι που φοράς στο πρόσωπό σου
και γελά όταν σε νοιώθει, το φόβο σου να προκαλείς να έρθει να ξαπλώσει
'Ωσπου τον άνεμο ξεσπά, λυπήσου με να χαρείς
Αυτός ευθύς σε τραβάει μαζί του
Θα ταν ο χρόνος άλλος θαρρείς
όμως εκεί στη φιδωτή σου σκάλα τρέχεις να ξεφύγεις
κι αυτή μακρυμαλλούσα ψεύτρα σε παρηγορεί πως δήθεν θα σωθείς
Της έβαλα με μια φωνή φωτιά στα σπλάχνα κι έτρεξα,
φωτιά στο αδιάντροπο της στόμα
είδα τις φλόγες να τη γλείφουν
στο μαξιλάρι μου έκλαιγα
Δίπλα στο προσκεφάλι μου καθότανε πολεμιστης σε πορφυρό χρυσό ένδυμα..

Τετάρτη 11 Αυγούστου 2010

καραβάκι

το καραβάκι σχίζει την αυγή τα σιωπηλά νερά
κάθε μια μέρα τρίζει και βοά στα πέλαγα ως πέρα
Ηχώ λευκή που απλώνεται, στα μάτια θάμπος,
λεπτός ατμός στο μονοπάτι του ήλιου
Αδειάζω μέσα στο νερό το πιο βαρύ του σώματος,
κατρακυλά το πιο αχρηστευμένο,
μέχρι εκεί που έδιωξε ο ουρανός αποβραδύς
όσα κουράστηκε να'χει μαζί του αστέρια
κι έγινε ο βυθός ένας ουράνιος θόλος υγρός.-

Σάββατο 31 Ιουλίου 2010

φονικό



τα δικά μου τα κόκαλα μούλιασαν ήδη

....................................................................

Για το αγέρι να 'χεις
τα μάτια ορθάνοιχτα
όσο θα μπαίνει, όσο σε τρυπά
τόσο να διώχνει της ψυχής το φόβο
Το λιόγερμα την έστειλα
μια τελευταία στάλα ελπίδα
στο Ζάλογγο να κατεβεί
Ελπίδα σπαραγμένη
Έπινε ο ουρανός κόκκινο φως της δύσης
κι εκείνη κρέμαγε το αχνό, το αραχνοϋφαντο μαντήλι στο γκρεμό
Το γύπα της περίμενε
ελπίδα μου χαμένη.

Τετάρτη 21 Ιουλίου 2010

το γιατρικό

Σήμερα πάλι κοκκινίζεις τον ήλιο μέχρι την απόλυτη πυρά του
Από τα μάτια μου έσβησαν τα χρώματα του νερού και του δρόμου
Χάθηκε η νομοτέλεια της μετεώρισης
Προτού ανατιναχτεί πάνω απ΄τα κεφάλια μας,
βιαστικά τον βυθίζεις στην απατηλή επιφάνεια
κι εγώ σε καταπίνω αχόρταγα όπως ο ουρανός εκείνον
Κι εσύ, ακρωτηριάζεις τη δεύτερη δαιμονισμένη μου γλώσσα,
την ήττα που γλύφει τα σημάδια μου με οξύ
Κατρακυλάς ορμητικός και πυρπολείς τη φαύλα μέρα μου
που στο τελείωμά της σα νυχτερίδα ράθυμη, παχιά
κρέμεται απ΄το λωβό μου ανάποδα
Με το σταυρό της καρδιάς σου στην καρδιά με καρφώνεις και με σώνεις

Τρίτη 6 Ιουλίου 2010

καλοκαίριο

Καίει από κάτω η γη τα πόδια
με τη σκέψη της αναμονής
Ένα "περίμενε" ιδρώτας που γλυστρά στη ραχοκοκαλιά
κι ένα "ως πότε" τρίζει τα δόντια
Ο σπόρος ο μικρός, βλαστός να αντριωθεί
να εκτιναχθεί η ώρα, να σε φτάσει
Κρυστάλλινη η δίψα του καλοκαιριού
κι εγώ κόρη διάφανη βουλές να μου μετράς
Γιγάντια αντάμωσα τη λύσσα μου
Ωραία που φυσάει άνεμος
Ζηλεύω το φτερό ταξιδευτή
Το σπάγγο λύσε μου.