Τρίτη 22 Ιουνίου 2010

η πλεχτάνη της άνοιξης


Βαμμένη κόκκινη η διανομή μου
διαμελισμός εκπορευόμενος ανίατων τραυμάτων
Το ακούς και αίφνης ανασηκώνεσαι απηυδυσμένος
Γέννημα θρέμμα του κόσμου όπως εσύ είμαι
Μόνο στο Ένα μου πίσω στο χρόνο υπάρχω ακόμα σαν παιδί που κυβερνά η άγνοιά του
ο νόμος των ασωμάτων που βυζαίνει από τη μητρα
Του δόλου δίχτυα εγώ ουδέποτε είδα
ούτε κατάλαβα πόσο επιδέξια τυλίζονταν αόρατα ολόγυρά μου
μια ματαιότητα, μια τρύπια χαρά κι ο θίασος τους
10 παγίδες που έπεφταν εμπρός μου
10 τα λάθη που με πνιγαν
η αλήθεια μ'άφησε με μια καμπούρα πλάτη
και μ'ότι περισώθηκε σακάτικο διαμελισμένο
μια πλημμυρίδα απόσταγμα στο στόμα κάθε τόσο να ξεβράζει
κι όταν κοπάζει η συμφορά μια άμπωτη το καταπίνει να γεμιζει τα στήθια
Κάτω στην άκρη του γυαλού με γυάλιζε το κύμα
βότσαλο μιας χαμένης Ατλαντίδας
ώσπου ένα χέρι φρόντισε να κάνει δοκιμή απόστασης στη θάλασσα να με πετάξει
Μα εσένα δε σ'αλλάζω με κανέναν
για όσες ζωές κι αν έρθουν για όσες φύγουν
όσο κι αν ο αέρας τα κομμάτια μας θα αναστατώνει
κι ο χρόνος άλλο τόσο αν μας χωρίσει ή μας ενώσει
η Αρχή πάντοτε Μία ήταν και Ενα το Πέρας..

Δευτέρα 7 Ιουνίου 2010

του κόσμου τα οράματα


γλυστρά απροσδόκητα το δάκρυ,
τρέχει ξοπίσω τους
οι οπτασίες π' έφυγαν στο παρελθόν τους
σκορπάει μέσα στην παλάμη
και τι να δώσει πια εξόν από μια υγρασία ανόητη και μάταιη
λιοπύρι έξω και ξερό ψωμί
ξερό το στόμα απτην προσδοκία
μια φυλακή το σώμα απέλπιδη και στείρα
το όνειρο χλωμό αιωρείται
αυτό το δάκρυ που θα μείνει αθάνατο

Δευτέρα 31 Μαΐου 2010

απνοια


Γίνονται δια στιγμής παρελθόν
ως να φυσά ανεξεύρετος άνεμος αοράτων
με οσμή ρετσινιού
οι ανακαλυφθέντες κόσμοι
π' έξαφνα φωτίζονται εμπρός μου και σβήνουν
Αλλά ξέχασα τότε υπήρξα εκτός
Εντός, όλοι σωριαζόμαστε κάτω
Οι ανάσες παύουν μέχρι να γίνει φως- άχνα δια παντός
Ο ουρανός κάθε επόμενη νύχτα σφιχταγκαλιαζει τα δέντρα
Στενευουν τα περάσματα σ' απόσταση ασφυκτική
Το αίμα να αναλάβει διαφυγή
πευκοβελόνες μου ανυπόμονες
οι φλέβες μου ως σιδηρόδρομοι αρκούν
κι όλα τα άλογα αφρισμένα τρέχουν στην καρδιά
Του πόθου οι δρόμοι φτερουγίζουν στα πόδια
και η κοπή τα χέρια τρυπά
Όλα μες στο κεφάλι εκρήγνυνται
η δράση πια ανεβαίνει σ' επίπεδο θανάτου
Ποια θάλασσα άνεμε αποστόμωσες ποιά δαση;

Τετάρτη 26 Μαΐου 2010

διαολοπαίγνιο


Μωβ άνθη η ειρωνεία στο τζάμι της άνοιξης
Περνούν οι κύκλοι με μένα να τελώ
σε αναμονή και αναβρασμό
Τον υπερβάλοντα ζήλο ν'αναβοσβήνει
καμινέτο ανεκπαίδευτο
Αναξιότητα, ανυπακοή,
Του κόσμου πάλι έφτασε το τέλος, του χρόνου το βέλος,
Το πρόσωπό μου ακουμπώ
στης μέγιστης εκπαίδευσης τη σφραγισμένη πόρτα
Αθόρυβοι σχεδόν δουλεύουν πίσω της οι εκλεκτοί
Ξεροσταλιάζω για μια κρυστάλλινη απύθμενη βύθιση
κι ένα ανάλαφρο άφτερο πέταγμα..

Τρίτη 25 Μαΐου 2010

ου φονεύσεις το δέντρο_1

Φυλάει ο καιρός την πληρωμή
Γλυκιά εκδίκηση, συμφωνία πικρή
Παχαίνει η ασημένια σφαίρα όσο μαζεύει τις κακοτοπιές
Αλαφιασμένος ο αυτουργός μέσα στον ύπνο του τινάζεται,
Ώρα που οι φυλλωσιές στις στάλες παραδίνονται της άνοιξης
Πού κρύβεται ο κυνηγός σου;
Μέσα του κλαίει το χώμα για το τύπωμά σου και θρηνεί
Σε πήρε κάποτε η ριπή, τώρα στο στήθος του ληστή καρφώνεται,
Φτωχός κι αξιοθρήνητος, φτωχότερος του σκοτωμένου δέντρου,
Απέλπιδος ο λυτρωμός του.-

Παρασκευή 30 Απριλίου 2010

πουλιά


Μέρα που το μυαλό τους έπνιγε του κόσμου η αιθάλη
τότε το αηδόνι αρρώστησε
κι ο βασιλιάς καυτό μες τις παλαμες το έκλεισε
-Σιωπή κι αν πέθανες
κι αν έζησες Σιωπή
Από τον ουρανό, τη γη μέχρι τη θάλασσα πώς να μετράς
με ραγισμένη τη ματιά με έμαθες
κι ολόγυρα Σιωπή.
Στη φυλακή και στα κλουβια μικρή βραχνή μου αγαπη
πρώτα αέρα έπινες κι έφτυνες των αχών μαγεία
Το βασιλιά σου πιο πολύ από τον καθρεφτη του αγαπάς
Φτωχή κατάντια έλα σπάσε μου το τζάμι
κι αν θέλεις φύγε
τι αξία να εχουν άλλωστε δυο αφωνα μικρα φτερά
μια μηχανή δίχως γρανάζια, δίχως να κουρδίζει
Φτωχό κι αδέκαστο αν υπήρξες
εγώ ήμουν άσημος θαμπός διπλά
ο έρημος σου αυτοκράτορας
μια μοναξιά γι ανταλλαγή με τα σκουπίδια-
Καταλαβαίνει το πουλί
το τζάμι σπάει με το κεφάλι
και μπήγεται ως βαθιά μες τα γυαλιά από την καρδιά του βασιλιά
Σιγή θανατου αν έδωσες
Σιγή θανατου επήρες

Τρίτη 27 Απριλίου 2010

flee



στην αγκαλιά σου άναβε κι έσβηνε σαν ηλεκτροστόπ
καυτή του σπλάχνου σου η ελπίδα στο μέγα ανεπίστρεπτο ταξίδι
Λευκή πανωραία στο αραχνοϋφαντο μακρύ σου φόρεμα
σε κυνηγούν μαύροι κοστουμαρισμένοι υάκινθοι και κρίνοι
Παράθυρα σε διαδρόμους τρέχοντας μετράς
το τελευταίο ανοιχτό για να ξεφύγεις
Πάνω σου έχεις ένα άγγιγμα ανέλπιστης τύχης
κι η άκρη από το φόρεμα τελευταία γλυστρά στων δαχτύλων τους το άτυχο κράτημα
Το ύφασμα κολλάει στο δέρμα σου βαρύ
Ψιλόβροχο με λάσπη λεπτή
σε πτήση χαμηλή καθώς απογειώνεσαι
μαζί απογειώνεται και η χαρά της πρόσκαιρης φυγής
Στ΄όνειρο δεν εξουθενώνεται η ελπίδα,
Δρόμοι βρεγμένοι κι απελπισμένες γάτες, τραυματισμένες τίγρεις
που σου ζητούνε καταφύγιο και αγκαλιά παρηγοριά
Πετάς μα πώς να πετάξεις ψηλά αφού με τα ουράνια θολά δάκρυά Του σε τυλίγει;