Δευτέρα 6 Σεπτεμβρίου 2010

εφ1403


Εμείς τα κτήνη που κουβαλάμε το φορτίο και ζούμε την πτώση
Παραδόσου στην απειλή που έχει κολλήσει αόρατη στους τοίχους,
που κρέμεται σαρκάζοντας απ΄το ταβάνι να μην αντισταθείς
Σε παρακολουθεί ξαπλωμένη να ερευνάς στα σκοτεινά
στο στρώμα πότε να απλώνεις, πότε να ζαρώνεις
Λεπτό σεντόνι που φοράς στο πρόσωπό σου
και γελά όταν σε νοιώθει, το φόβο σου να προκαλείς να έρθει να ξαπλώσει
'Ωσπου τον άνεμο ξεσπά, λυπήσου με να χαρείς
Αυτός ευθύς σε τραβάει μαζί του
Θα ταν ο χρόνος άλλος θαρρείς
όμως εκεί στη φιδωτή σου σκάλα τρέχεις να ξεφύγεις
κι αυτή μακρυμαλλούσα ψεύτρα σε παρηγορεί πως δήθεν θα σωθείς
Της έβαλα με μια φωνή φωτιά στα σπλάχνα κι έτρεξα,
φωτιά στο αδιάντροπο της στόμα
είδα τις φλόγες να τη γλείφουν
στο μαξιλάρι μου έκλαιγα
Δίπλα στο προσκεφάλι μου καθότανε πολεμιστης σε πορφυρό χρυσό ένδυμα..

Τετάρτη 11 Αυγούστου 2010

καραβάκι

το καραβάκι σχίζει την αυγή τα σιωπηλά νερά
κάθε μια μέρα τρίζει και βοά στα πέλαγα ως πέρα
Ηχώ λευκή που απλώνεται, στα μάτια θάμπος,
λεπτός ατμός στο μονοπάτι του ήλιου
Αδειάζω μέσα στο νερό το πιο βαρύ του σώματος,
κατρακυλά το πιο αχρηστευμένο,
μέχρι εκεί που έδιωξε ο ουρανός αποβραδύς
όσα κουράστηκε να'χει μαζί του αστέρια
κι έγινε ο βυθός ένας ουράνιος θόλος υγρός.-

Σάββατο 31 Ιουλίου 2010

φονικό



τα δικά μου τα κόκαλα μούλιασαν ήδη

....................................................................

Για το αγέρι να 'χεις
τα μάτια ορθάνοιχτα
όσο θα μπαίνει, όσο σε τρυπά
τόσο να διώχνει της ψυχής το φόβο
Το λιόγερμα την έστειλα
μια τελευταία στάλα ελπίδα
στο Ζάλογγο να κατεβεί
Ελπίδα σπαραγμένη
Έπινε ο ουρανός κόκκινο φως της δύσης
κι εκείνη κρέμαγε το αχνό, το αραχνοϋφαντο μαντήλι στο γκρεμό
Το γύπα της περίμενε
ελπίδα μου χαμένη.

Τετάρτη 21 Ιουλίου 2010

το γιατρικό

Σήμερα πάλι κοκκινίζεις τον ήλιο μέχρι την απόλυτη πυρά του
Από τα μάτια μου έσβησαν τα χρώματα του νερού και του δρόμου
Χάθηκε η νομοτέλεια της μετεώρισης
Προτού ανατιναχτεί πάνω απ΄τα κεφάλια μας,
βιαστικά τον βυθίζεις στην απατηλή επιφάνεια
κι εγώ σε καταπίνω αχόρταγα όπως ο ουρανός εκείνον
Κι εσύ, ακρωτηριάζεις τη δεύτερη δαιμονισμένη μου γλώσσα,
την ήττα που γλύφει τα σημάδια μου με οξύ
Κατρακυλάς ορμητικός και πυρπολείς τη φαύλα μέρα μου
που στο τελείωμά της σα νυχτερίδα ράθυμη, παχιά
κρέμεται απ΄το λωβό μου ανάποδα
Με το σταυρό της καρδιάς σου στην καρδιά με καρφώνεις και με σώνεις

Τρίτη 6 Ιουλίου 2010

καλοκαίριο

Καίει από κάτω η γη τα πόδια
με τη σκέψη της αναμονής
Ένα "περίμενε" ιδρώτας που γλυστρά στη ραχοκοκαλιά
κι ένα "ως πότε" τρίζει τα δόντια
Ο σπόρος ο μικρός, βλαστός να αντριωθεί
να εκτιναχθεί η ώρα, να σε φτάσει
Κρυστάλλινη η δίψα του καλοκαιριού
κι εγώ κόρη διάφανη βουλές να μου μετράς
Γιγάντια αντάμωσα τη λύσσα μου
Ωραία που φυσάει άνεμος
Ζηλεύω το φτερό ταξιδευτή
Το σπάγγο λύσε μου.

Τρίτη 22 Ιουνίου 2010

η πλεχτάνη της άνοιξης


Βαμμένη κόκκινη η διανομή μου
διαμελισμός εκπορευόμενος ανίατων τραυμάτων
Το ακούς και αίφνης ανασηκώνεσαι απηυδυσμένος
Γέννημα θρέμμα του κόσμου όπως εσύ είμαι
Μόνο στο Ένα μου πίσω στο χρόνο υπάρχω ακόμα σαν παιδί που κυβερνά η άγνοιά του
ο νόμος των ασωμάτων που βυζαίνει από τη μητρα
Του δόλου δίχτυα εγώ ουδέποτε είδα
ούτε κατάλαβα πόσο επιδέξια τυλίζονταν αόρατα ολόγυρά μου
μια ματαιότητα, μια τρύπια χαρά κι ο θίασος τους
10 παγίδες που έπεφταν εμπρός μου
10 τα λάθη που με πνιγαν
η αλήθεια μ'άφησε με μια καμπούρα πλάτη
και μ'ότι περισώθηκε σακάτικο διαμελισμένο
μια πλημμυρίδα απόσταγμα στο στόμα κάθε τόσο να ξεβράζει
κι όταν κοπάζει η συμφορά μια άμπωτη το καταπίνει να γεμιζει τα στήθια
Κάτω στην άκρη του γυαλού με γυάλιζε το κύμα
βότσαλο μιας χαμένης Ατλαντίδας
ώσπου ένα χέρι φρόντισε να κάνει δοκιμή απόστασης στη θάλασσα να με πετάξει
Μα εσένα δε σ'αλλάζω με κανέναν
για όσες ζωές κι αν έρθουν για όσες φύγουν
όσο κι αν ο αέρας τα κομμάτια μας θα αναστατώνει
κι ο χρόνος άλλο τόσο αν μας χωρίσει ή μας ενώσει
η Αρχή πάντοτε Μία ήταν και Ενα το Πέρας..

Δευτέρα 7 Ιουνίου 2010

του κόσμου τα οράματα


γλυστρά απροσδόκητα το δάκρυ,
τρέχει ξοπίσω τους
οι οπτασίες π' έφυγαν στο παρελθόν τους
σκορπάει μέσα στην παλάμη
και τι να δώσει πια εξόν από μια υγρασία ανόητη και μάταιη
λιοπύρι έξω και ξερό ψωμί
ξερό το στόμα απτην προσδοκία
μια φυλακή το σώμα απέλπιδη και στείρα
το όνειρο χλωμό αιωρείται
αυτό το δάκρυ που θα μείνει αθάνατο