Παρασκευή 12 Μαρτίου 2010

έρωτας


κι ως ψηλαφίζεις ασυναίσθητα,
εκεί που κάποτε υπήρξε,
με το δάχτυλο,
ρίχνεις το βάρος σου ολόκληρο στο πλάι απ' τον κρόταφο,
λες καρφωμένος στο λευκό τον τοίχο,
λιώνεις μακριά στον ελαιώνα τον κατάφορο
κι ελευθερώνεσαι μικρό κι ασήμαντο φτερό
στην πρόβλεψη της φύσης,
στη σοφία απ΄το δικό σου άγνωστο
παρακαλάς να γαντζωθείς στην πασχαλιά,
στην αγκαλιά με όλα της τ'αγκάθια να πνιγείς...

Πέμπτη 11 Μαρτίου 2010

Φτερό..


Παραλήπτης: ο νοών..

Εχω αντιληφθεί τη σημασία της σιωπής
Εγώ αρέσκομαι στη σιωπή - τη δύναμή μου ξοδεύω σε αμετροέπεια
Εσύ αρέσκεσαι στην αλήθεια - ποτέ δεν την υπηρέτησες όσο θα ήθελες
Μιας κι έριξες τον αξιωματικό σου στο βυθό να μαζέψει αγκαθωτά κοράλια του πόνου,
για να διερευνήσεις τις δυνατότητές του,
θα σου δοθεί η εκπληκτική ευκαιρία να μονομαχήσεις για τις 8 αρετές εντός ολίγων ημερών με το δράκο μου - Προετοιμάσου
Ο νικητής θα ανανήψει τον αξιωματικό με την ανάσα του.-

Τετάρτη 10 Μαρτίου 2010

Αέρας


Μην το κοιτάς αυτό που με κερνάς
Την έχω ταξιδέψει
Στο τίποτά μου Δράκε σώθηκαν οι χυμοί
Τόλμα κλειστά τα μάτια
Πάγο στην κλείδα πιάνεις
Στο στήθος πέφτεις μια για πάντα μέσ' την τρύπα..

σφιγμένο περίνεο

Μορφή νερού κελαρυστή
από τα χέρια σου γλυστρά
και περιπαιχτική στο χώμα πέφτει
άμμος από γυαλί
Εκεί στα δάχτυλα μικρή πληγή
όση ποτέ δεν έλαβες
Τι να περιφρουρήσεις-
Aγάπη σκορπίσου..
Από τη φλέβα μου θανατηφόρο ότι πιεις
ότι- αν - είπες φοβήσου...

Δευτέρα 8 Μαρτίου 2010

τε_θλιμμένο


Του κάκου πάλι να περνάς απ'το στενό
Ζάλη του μέγα ρίγους
Να κροταλίζουν δόντια, νύχια αρπαχτικά μπροστά σου ν' ακονίζουν
Η Σκύλα και η Χάρυβδη, η Νέα Εποχή φορτώνουν λάβαρα νεκρών
στολίδια λείψανα ανθρώπινα, σκουπίδια εύγλωττα
και τις ψυχές αθώων αιχμαλωτίζουν
Κέντα βελόνα μου θηλιά μονάχη να πνιγώ προτού με πνίξουν...

Κυριακή 14 Φεβρουαρίου 2010

αναρθρες κραυγές του είμαι. 1

η εκδρομή.
η ξανθούλα δίπλα μου δε μιλούσε. ήθελε να ονειροπολήσει με τον εαυτό της κι εγώ τη ζάλιζα με φλυαρίες θαυμασμού.
τα τοπία από το παράθυρο του πούλμαν θολά εκτός από τους μεγαλειώδεις κόκκινους γκρεμούς ολόγυρα βουνών με τους ασπριδερούς μικρούς βράχους - από ένα τέτοιον έπεσε πετώντας μια λεπτή γυναικεία σιλουέτα που κρατούσε ένα λευκό πανί στο χέρι.
Πάνω στο σταυροδρόμι τα 1-2 σπίτια ήταν με στέγες χαμηλά. Τα τζάμια είχαν μουσκέψει και οι δρόμοι γυάλιζαν από τη βροχή. Καθρέφτιζαν πάνω τους τη δύση του ήλιου, χρώματα μελιά και μωβ, σούρουπο.
Δεν είχα τι να κάνω όταν φτάσαμε και βγήκα.
Μπροστά σε ένα πανύψηλο αριστοκρατικό οικο εμπορίας κοσμημάτων. κοντοστάθηκα στην αριστερή βιτρίνα με τα λεπτοκαμωμένα χρυσογάλαζα κοσμήματα και μέσα μου διαπραγματευόμουνα τιμές αγοράς. Η ξανθούλα χαζευε αμίλητη λες και μπορούσε να τα αγοράσει.
Στο παραδοσιακό μεζεδοπωλείο με τα σκαλοπάτια και τα εξωτερικά ημιεπίπεδα είδα που θα έβαζαν τα τραπέζια της ομύγηρης.
Ο Γκαρσία εκεί με τα κοντοκουρεμένα ξανθά μαλλιά και το ροδοκόκκινο πρόσωπο κρατούσε ένα κίτρινο φωσφορίζον στυλό στιλέτο επιδεικνύοντας πώς έπρεπε να το πετάς για να καρφώνει στον τοίχο ενώ μου εξιστορούσε συνάμα την ομορφιά του τόπου του. Η ξανθούλα παρατηρούσε τον αδερφό της δίχως λέξη στο στόμα ως συνηθως...
-Γρανάδα? Ανδαλουσία?

Παρασκευή 5 Φεβρουαρίου 2010

λαβύρινθος -20ο πάτωμα


Tελειωμένος- καθώς ο πόνος ορμάει αταξινόμητος
Tο κορμί στο σαράκι της μέρας γλυστρά
στη φρουρά, στο θώρακα μιας αυλής πεθαμένης
Η ψυχή σα φωτιά που δε προφταίνει προς τα έξω να λάμψει
Διώκεσαι φτωχό κουρελιασμένο μου χιτώνιο
Τη νύχτα που ξεσπούν οι ουρανοί και το φωνάζεις
Τη νύχτα που ο σπόρος πνίγεται με το νερό
άλλο ένα όνειρο γεννιέται νεκρό
κι ο Ίσκιος μου χτυπιέται με τον αποτελειωμένο χρόνο
Καταναλώνει το οργανικό περίβλημα μου ως την ύστατη οπή
"γίνε μία φορά η γυνή που αγάπησαν"
Απόμεινα μια ματαιότητα του εαυτού μου που σε απορεί
για ποιά αντοχή, σε ποιά ηδονή να σου δοθώ
που την αλήθεια στάζω και σβήνω ο θνητός
Δυό λέξεις ρημαγμένες στα νωτιαία μου βουρκιάζουν
κι από μακριά τα γαλανά πατζούρια σου χτυπούν διψασμένα
κι η σκάλα κατεβαίνει ορμητική
Πάτωμα εικοστό εντεκάτη εντολή: "Μην εγκαταλείψεις μηδέ εγκαταλειφθείς"
Σκαλίζω στο στομάχι μου ένα λάκκο να κρυφτώ
τα ρούχα όλου του κόσμου πυρωμένα
κι εγώ εξανεμίστηκα ασθμαίνοντας μια μισερή κουβέντα του άλλου κόσμου..

"Ο νους, διότι τρέχει παντού".